ΒΙΟΙ (ΖΩΕΣ) ΑΓΙΩΝ
Φευγαλέα ζωή
Mυστική και εξομολογητική ταυτόχρονα, η παράσταση του Μιχαήλ Μαρμαρινού υποκλίνεται στο θαύμα της ζωής, στην απορία που διαρκώς αποκαλύπτει το ανεξάντλητο θαύμα των πραγμάτων.
ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΤΙΝΑ ΚΑΛΤΑΚΗ
Στο σκηνικό χώρο του Θησείον κυριαρχεί ένα τραπέζι (σταθερά παρόν στη σκηνική σημειολογία του Μιχαήλ Μαρμαρινού, ένα αντικείμενο που αυτομάτως παραπέμπει σ' έναν τόπο/χώρο οικειότητας και μοιράσματος) και στην άκρη δεξιά ένα κυλικείο, σαν αυτά τα ξεχασμένα που συναντάς σε κτίρια δημόσιων υπηρεσιών (σκηνογραφία Kenny MacLellan). Είναι το ίχνος πραγματικής ζωής -με τον καφετζή να κάνει τις τυπικές κινήσεις της δουλειάς του και την κόρη του να περιμένει, γράφοντας ή σχεδιάζοντας κάτι στη γωνιά- με το οποίο επιδιώκει ο σκηνοθέτης να εμβολιάζει τη θεατρική δομή.
Η παράσταση ξεκινά με μια σκηνή από το 29 λεπτά ΤΟ ΦΩΣ, μια παράσταση μικρού μήκους: τέσσερις ξανθές γυναίκες διαφορετικών ηλικιών συζητούν εμφατικά, χωρίς κανείς να μπορεί να διακρίνει τι λένε. Η εικόνα κινηματογραφική - οι φωτισμοί του Γιάννη Δρακουλαράκου, οι ήχοι και οι μουσικές του Δημήτρη Καμαρωτού καθοριστικής συμβολής. Μια απλή, συνηθισμένη εικόνα, ένα οικείο βίωμα, και ιδού η μεγάλη φιλοδοξία της παραστάσης: να ξανακοιτάξει το κοινό και το συνηθισμένο, αυτό που αναδεικνύει όχι τις διαφορές μας αλλά την ανθρώπινη συγγένεια. Το ατομικό εγώ, ό,τι μας κάνει ξεχωριστούς και συνέχει την εκπληκτική ετερότητα της ανθρώπινης συνθήκης, μπορεί για λίγο να απορροφηθεί στο κοινό των αναγκών μας.
Ακολουθεί η απεγνωσμένη περιήγηση του εγώ μέσα στον κόσμο, μέσα σ' ένα δάσος από πολλά άλλα φοβισμένα, διστακτικά, αισιόδοξα, παθιασμένα, απελπισμένα εγώ που αναζητούν το εσύ. Και να τι μοναδικό συμβαίνει σ' αυτόν το σπαρακτικό μονόλογο που μοιράζονται τέσσερις ηθοποιοί: έπειτα από τόσες φορές που ακούγεται η λέξη «Εγώ» τίποτε δεν παραπέμπει σε εγωισμό, εγωκεντρισμό, εγωτισμό, εγωπάθεια - μόνο στη συγκινητική αδυναμία των ανθρώπων να εξηγήσουν το τι και το πώς, μ' άλλα λόγια να υπάρξουν.
Κάπως έτσι το πέρασμα σε μια επική αφήγηση στοιχείων από βίους αγίων της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας μοιάζει φυσικό: η πίστη, η ανάγκη της, αν και υπερβατικής, φύσης, μπορεί να «μεταφραστεί» σε μια τεράστια, πρακτική και υλική δύναμη ζωής. Και θανάτου -το βασανισμένο σώμα των αγίων και μαρτύρων του Χριστού κάποτε υπήρξε, όπως υπήρξαν τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν για τις πολιτικές τους ιδέες. Το σώμα θυμάται και πενθεί. Κι ερωτεύεται και κλαίει. Αφηγήσεις αληθινών μαρτυριών («... μετά από τρεις ώρες σκληρών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη του ακριβού ρεστοράν τον είδαν να βγαίνει κουβαλώντας έναν τεράστιο καθρέπτη στον οποίο πριν 30 χρόνια και για 10 μόνο λεπτά είχε καθρεφτιστεί μέσα η αγαπημένη του») παρεμβάλλονται για να δώσουν στη σκηνική δράση συγκινητική αμεσότητα.
Η παράσταση τελειώνει μ' ένα έμπλεο πάθους σόλο του Γιώργου Κριθάρα. Ο μονόλογός του πολλά χρωστά στην απεγνωσμένη στις αντιθέσεις και αντιφάσεις της σκέψη του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Μάλιστα, αν μπορούσα να μιλήσω γι' αυτή την παράσταση με κείμενο τρίτου θα επέλεγα το εξής απόσπασμα του Πεντζίκη από την Αρχιτεκτονική της Σκόρπιας Ζωής: «Πόσο γεμάτο μυστήριο είναι το λάκτισμα της ζωής. Φοβόμουν τη φτώχεια μου, την αδυναμία μου, ότι δεν μπορώ να παραβγώ με τους άλλους, ότι πάντα μπορούν να με γελάσουν, να με εξαπατήσουν, καθώς έχω ολονών την ανάγκη και κρούω τη θύρα τους. Πού θα μπορούσα ν' αποθέσω όλο το βάρος της παντελούς ήττας μου; Πώς ποτέ αυτός ο ακατονόμαστος σωρός των αποτυχιών, των χαμένων σκευών, των τσακισμένων, συντριμμένων ευθειών, θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν ένα ταξίδι; Είναι δυνατό η τεθλασμένη να γίνει ευθεία ταξιδιού γαλανή; Τι το αδιάψευστο μπορώ να διακρίνω στις ταπεινές κινήσεις μου; Πιεζόμενη από των θλιβερών τας επαγωγάς και τους χειμασμούς της ψυχής, η μνήμη άρχισε ν' αδειάζει το περιεχόμενό της όπως μια βρύση βγάζει το νερό».
Εξαιρετικές η Μελίνα Αποστολίδου, η Αλεξάνδρα Παυλίδου και η Θεοδώρα Τζήμου. Πολύτιμη η παρουσία της Σμάρως Γαϊτανίδου -προσφέρει το χιούμορ, τη μητρική ζεστασιά, τη σοφία της ώριμης ηλικίας της, που είχε ανάγκη η ανθρώπινη σύσταση της πράξης. Και τι να πω για το εξαιρετικό φινάλε, με τον καφετζή να σφουγγαρίζει το σκηνικό χώρο, αφανίζοντας τα στοιχεία της σκηνικής δράσης που μόλις προηγήθηκε; Ένα σφουγγάρισμα μπορεί να σχολιάσει τη νομοτέλεια της φευγαλέας ζωής; Μπορεί, όπως κι ο συνεχόμενος ήχος μιας σταγόνας που πέφτει. Κι αυτό είναι το θέατρο που αγαπώ.
Μέχρι 12/04, Θησείον, ένα θέατρο για τις τέχνες, Τουρναβίτου 7, Ψυρρή, 210 3255444.
22°C







/ Διεύθυνση project