Το Μπακούφου στην Καμακούρα με την πρώτη ματιά έμοιαζε με γιγαντιαίο στρατόπεδο. Εν τούτοις, έδινε πολύ ωραία εντύπωση. Ο Γιόσι, ντυμένος με επίσημο κιμονό και φέροντας τελετουργικά σπαθιά, πλησίασε προς το βάθρο του Σογκούν, ο οποίος τον προσκάλεσε να καθίσει δίπλα του. Όταν ο Γιόσι τελείωσε την αναφορά του, ο Σογκούν του επέτρεψε να αποχωρήσει με την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφε για το δείπνο. Έπειτα συλλογίστηκε όλα τα γεγονότα και τα σημάδια που είχαν συμβεί τους τελευταίους μήνες. Μαζική παραγωγή πλοίων στην Κορέα, Διπλωματικοί εκπρόσωποι του βάρβαρου Μογγόλου Κουμπλάι Χαν, που ζητούσαν υποταγή. Παρανοϊκοί ιερείς που έτρεχαν στους δρόμους της Καμακούρα διαδίδοντας, ότι η Ιαπωνία θα δεχόταν εισβολή από ξένο κράτος σε περίπτωση που δεν ασπαζόταν ολόκληρη η χώρα το δικό τους δόγμα. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Σογκούν ήταν σαφές. Αλλά, πότε θα γινόταν η εισβολή; Και, πού;
Οι ψαράδες πέρ' από το νησί Τσουσίμα έριχναν τα δίχτυα τους στη θάλασσα, όταν εμφανίστηκε το πρώτο πλοίο στον ορίζοντα. Κρίμα που δεν είχαν πιάσει ακόμη τίποτα, σκέφτηκαν. Γιατί, αν είχαν ξεψαρίσει, θα μπορούσαν να διαπραγματευτούν με τους ανθρώπους του έτοιμα είδη. Καθώς κυλούσε ημέρα, οι ψαράδες είχαν αρχίσει να ανησυχούν για τον αριθμό των πλοίων που τους προσέγγιζαν. Μόλις η αρμάδα πέρασε, δεν ανησυχούσαν πλέον. Ήταν νεκροί! Νεκροί από τα βέλη των Μογγόλων τοξοτών των ισχυρών δυνάμεων εισβολής του Χαν.
Η συντριπτική δύναμη
1274. Ο Κουμπλάι Χαν έχει εξαπολύσει τις ορδές του από Μογγόλους με τα ναυπηγημένα στην Κορέα πλοία, εναντίον του βασιλείου του υβριστικού “βασιλιά της Ιαπωνίας”. Οι “ορχόν” (στρατάρχες) του Χαν σίγουρα θα οδηγήσουν στη νίκη την έφιππη μοίρα (τούμαν) σε βάρος της Ιαπωνίας. Η επέλαση του έφιππου σώματος των Μογγόλων δεν είχε ποτέ στο παρελθόν αποτύχει να διασπάσει την πλευρική άμυνα του εχθρού και κυριολεκτικά να τους συντρίψει. Οι ορχόν ήταν σίγουροι, ότι δεν θα αντιμετώπιζαν προβλήματα στη συντριβή του μικρού κράτους, την οποία θα ακολουθούσε η υποταγή της Ιαπωνίας στις προσταγές του Κουμπλάι Χαν.
Ο Στρατός του Χαν
Η καρίνα της πρώτης γαλέρας άγγιξε το βοτσαλένιο πυθμένα της ακτής λίγο έξω από το νησί Τσουσίμα. Το πλοίο έπεσε δίπλα κι άρχισε να αδειάζει άντρες, άλογα και προμήθειες. Οι Μογγόλοι πολεμιστές έσπρωχναν τα άλογά τους προς τη μεριά της θάλασσας. Εάν η καλαμένια βίτσα δεν ανάγκαζε το ζώο να πέσει στη θάλασσα, ένα ξαφνικό τρύπημα στα καπούλια του ήταν πολύ αποτελεσματικό. Μόλις τα άλογα έπεφταν στο νερό οι Μογγόλοι και οι Κορεάτες ιππείς δεν αργούσαν να τα χαλιναγωγήσουν.
Ύστερα, τα οδηγούσαν στο πάνω μέρος της παραλίας, όπου τα συγκέντρωναν σε κοπάδια. Μόλις συμπληρώθηκε ο αριθμός των ίππων που είχαν μεταφερθεί με τη γαλέρα, οι αποσκευές της δύναμης εισβολής του Κουμπλάι Χαν μεταφέρθηκαν στην ακτή. Κιβώτια με χιλιάδες βέλη και σπαθιά τοποθετήθηκαν σε κωπηλατική λέμβο η οποία τα έβγαλε στην παραλία ή ρίχτηκαν στο νερό. Άλλα κιβώτια, καλυμμένα με ειδικό ύφασμα, απαγορεύτηκε με την απειλή της θανάτωσης να έρθουν σε επαφή με το θαλασσινό νερό. Περιείχαν ό,τι πιο καταστροφικό είχε φορτωθεί στο πλοίο. Τη σκόνη που έφερνε τον κεραυνό.
Σκηνές παρόμοιες με αυτή εκτυλίσσονταν τούτη τη στιγμή και σ' άλλες ακτές της χώρας. Ο ήλιος βρισκόταν στη δύση του και οι γαλέρες είχαν απομακρυνθεί μερικές λεύγες από την ακτή. Κατά μήκος της ακτής, όσο έφτανε το μάτι, ήταν στημένες, χαμηλές και ψηλές σκηνές κατασκευασμένες από το καλύτερης ποιότητας κινεζικό μετάξι. Αναμμένες φωτιές διακρίνονταν εν όψει της προετοιμασίας του δείπνου.
Οι Μογγολικές ορδές επιτίθενται
Οι εξερευνητικές ομάδες των Μογγόλων επέστρεψαν στο στρατόπεδο του νησιού Τσουσίμα, προκειμένου να αναφέρουν τα αποτελέσματα των ερευνών τους στους ορχόν. Υπήρχαν αρκετά αποσπάσματα ιππικού και πεζικού διασκορπισμένα σ' όλη την έκταση του νησιού. Ακούγοντας τα νέα, οι ορχόν διέταξαν άμεση συνάθροιση του τούμαν. Θα έκαναν μαζική επίθεση και δεν θα υποχωρούσαν μέχρι να πέσει νεκρός κι ο τελευταίος Ιάπωνας. Καθώς κατευθύνονταν προς το εσωτερικό του νησιού, το σύννεφο σκόνης που σήκωναν τα άλογα έδινε από μακριά την εντύπωση τυφώνα.
Καθώς προέλαυναν οι ορδές, το νησί αφέθηκε στη μοίρα του. Σε σύντομο διάστημα, φλόγες και καπνός το κάλυπταν και το έδαφος ποτίστηκε από Ιαπωνικό αίμα. Ο στρατός των Μογγόλων προέλαυνε με τέτοια ταχύτητα, ώστε έφταναν σε χωριά πριν καλά-καλά φτάσουν τα νέα εκεί. Οι περιπολίες των ιαπώνων πολέμησαν γενναία μέχρι και τον τελευταίο άντρα. Δεν μπορούσαν όμως να συγκριθούν με τους ιππείς που είχαν ξοδέψει αιώνες από τη ζωή τους πάνω στη σέλλα. Όσο το ιαπωνικό ιππικό σε σχηματισμό χαλαρό ή χωρίς καν σχηματισμό ήταν απασχολημένο με τη συμπλοκή, οι Μογγόλοι ήξεραν μέσ' από την αναμφίβολη πείρα τους ότι όταν πολεμούν σε ενοποιημένη μορφή μεγάλοι αριθμοί στρατιωτών, η επιτυχία είναι σίγουρη.
Το ιππικό των Μογγόλων σάρωνε τους Ιάπωνες ιππείς, όπως ένα κοπάδι από πεινασμένες ακρίδες σαρώνουν ένα χωράφι σιταριού. Ήταν τόσο εκπαιδευμένοι στην ιππασία, ώστε επιτίθενταν εναντίον των Ιαπώνων οδηγώντας τα άλογα μόνο με τα πόδια τους. Αυτό άφηνε ελευθερία κινήσεων στα χέρια. Η δύναμη. με την οποία εκσφενδονίζονταν τα βέλη από τα τόξα τους ήταν τέτοια, που τρύπαγε την πανοπλία από μπαμπού των Ιαπώνων και τους έριχνε από τα άλογα. Η αντίπαλη πλευρά κυριολεκτικά συντρίφτηκε. Όταν οι ορδές των Μογγόλων είχαν εξαλείψει κάθε αντίσταση στο νησί Τσουσίμα, δόθηκε το σήμα στα κορεάτικα πλοία να αραξοβολήσουν για μία ακόμη φορά στην παραλία του νησιού. Οι Μογγόλοι επιβιβάστηκαν και τα σκάφη απέπλευσαν για το νησί Ίκι. Ούτε ένας σαμουράι δεν είχε επιζήσει από τη λαίλαπα του θανάτου στο Tσoυσίμα.
Εντούτοις οι ειδήσεις για την εισβολή των βαρβάρων είχαν διαδοθεί στο νησί Ίκι και οι Ιαπωνικές δυνάμεις προετοιμάζονταν για να υποδεχθούν τους καθόλου ευπρόσδεκτους ξένους.
Οι αποβιβαζόμενοι από τα κορεάτικα πλοία Μογγόλοι εισβολείς στο Ίκι προϋπαντήθηκαν με “χείμαρρους” φλεγόμενων βελών. Μόλις το ιππικό συγκεντρώθηκε στις παραλίες, οι πολεμιστές σαμουράι έκαναν επίθεση, κραδαίνοντας τα θανατηφόρα σπαθιά τους.
Για λίγη ώρα, οι υπερασπιστές του νησιού Ίκι καθυστερούσαν επιτυχώς την αποβίβαση των βαρβάρων στο νησί. Όμως, καθώς περνούσε η ώρα και πλοίο με το πλοίο οι Μογγόλοι άρχισαν να ξεφορτώνουν τον εξοπλισμό τους και τους άντρες τους στις ακτές, οι Ιάπωνες καταλάβαιναν όλο και περισσότερο πόσο μάταιη ήταν η προσπάθειά τους να αντισταθούν. Το τούμαν (μοίρα ιππικού) άρχισε να κινείται προς τα μεσόγεια του νησιού σαν να ήταν τσουνάμι (παλιρροϊκό κύμα). Για μια ακόμη φορά, οι Σαμουράι πολέμησαν μέχρις εσχάτων, ενώ οι κάτοικοι του νησιού βασανίστηκαν και θανατώθηκαν με βάναυση αγριότητα. Μετά την επιτυχία της αποστολής τους στα νησιά Τσούσιμα και Ίκι, οι Μογγόλοι πολεμιστές έστρεψαν την προσοχή τους στο Κυουσού.
Ο Νίντζα
Το δείπνο ήταν πλουσιοπάροχο και η διασκέδαση υπέροχη. 'Άρεσε πολύ στον Γιόσι να διασκεδάζει πλάι στον Σογκούν, άσχετα από το αν αισθανόταν δέος κατά την παρουσία του. Όλο το βράδυ ο Σογκούν υπέβαλλε ερωτήσεις στον Γιόσι με ακατάπαυστο ενδιαφέρον για τις απαντήσεις του. Με τη λήξη των νυχτερινών εορταστικών εκδηλώσεων, ο Γιόσι αποχώρησε για να επιστρέψει στα δώματά του. Φόρεσε τη μαύρη στολή του Νίντζα και χωρίς να γίνει αντιληπτός εγκατέλειψε την Καμακούρα για να μεταβεί στο χωριό του.
Μόλις έφτασε σπίτι, συναντήθηκε με την οικογένειά του και τους φίλους του νίντζα. Μίλησε με το Κοράκι για την τελευταία τους αποστολή και με τη συζήτηση ανακάλυψε, ότι το Ερπετό δεν είχε γυρίσει πίσω. Κρίμα. ίσως να είχε απλώς καθυστερήσει, είπε ο Γιόσι. “Ίσως”, απάντησε το Κοράκι. “Τέλος πάντων, ό,τι κι αν έγινε, ήταν η κάρμα του τέτοια”.
“Ναι”, απάντησε ο Γιόσι, “η κάρμα”.
Η νύχτα περνούσε κι ο Γιόσι μάθαινε τι είχε συμβεί στην περίοδο της απουσίας του. Αρκετές απαγωγές, δηλητηριάσεις, κλοπές. Επιπλέον, είχε βρεθεί ένας νέος τρόπος χρήσης της “μαγικής σκόνης” των Κινέζων. Είχε κανονιστεί συνέλευση μέσα στην επόμενη εβδομάδα, πάνω στα βουνά, για επίδειξη. Η νύχτα έφτανε στο τέλος της. Ο Γιόσι ευχήθηκε “καλή τύχη”, στους συντρόφους του κι έσπευσε βιαστικά να γυρίσει στην Καμακούρα.
Μόλις λίγη ώρα αφ’ ότου είχε φτάσει, όταν ένας από τους σωματοφύλακες του Σογκούν εμφανίστηκε στο κατώφλι της πόρτας. Ο Σογκούν ήθελε να δει επειγόντως τον Γιόσι. Μόλις έφτασε με τον σύνοδό του στο στέγαστρο του Αρχιστράτηγου, είδε, ότι όλη η Καμακούρα ήταν στο πόδι.
Σημαίες ανέμιζαν, άνδρες ήταν σε σχηματισμό και το στρατόπεδο ήταν γεμάτο όπλα. “Τι συμβαίνει, τέλος πάντων”, σκέφτηκε ο Γιόσι. “Ετοιμαζόμαστε για πόλεμο;”
Ο Σογκούν βρισκόταν σε αυτοσυγκέντρωση, όταν μπήκε ο Γιόσι. Όταν επανήλθε, είπε στον πράκτορά του:
“Είσαι ένας από τους πιο έμπιστους υποτελείς μου. Έχεις ριψοκινδυνεύσει άπειρες φορές για χάρη του αφέντη σου. Όμως, πρέπει να σου ζητήσω να το ξανακάνεις για μια ακόμη φορά. Αποστολή σου είναι να γνωστοποιήσεις στους σαμουράι στο Κυουσού, ότι σύντομα θα καταφτάσουν εκεί μεγάλες δυνάμεις στρατού και ότι θα πρέπει να περιοριστούν σε στρατηγικές αναχαίτισης, μέχρι να φτάσουν εκεί οι ενισχύσεις.
“Ύστερα, θα πρέπει να επιστρέψεις στην Κορέα. Από εκεί θα μεταβείς στον τόπο διαμονής του Κουμπλάι Χαν στην απαγορευμένη πόλη. Είναι στην κάρμα σου να στείλεις στον άλλο κόσμο αυτόν που είχε το θράσος να βλασφημήσει τη χώρα των θεών.”
Ο Γιόσι δέχθηκε στωικά τις διαταγές του αφέντη του, που τον έστελνε στον βέβαιο θάνατο, υποκλίθηκε και αποχώρησε χωρίς να πει λέξη
Βιαστικά, αλλά προσεχτικά, έκανε τις ανάλογες προετοιμασίες για την αναχώρησή του. Ειδοποίησε μυστικά την οικογένειά του κι έφυγε.
Το ταξίδι μέχρι το Κυουσού ήταν το ταχύτερο που είχε κάνει ποτέ ο Γιόσι. Καθώς προχωρούσε, παρατηρούσε ότι όλη η ύπαιθρος έδινε την εντύπωση στρατοπέδου. Όλοι οι μεγάλοι δρόμοι είχαν κατακλυστεί από συνοδείες των φεουδαρχών. Κυριολεκτικά χιλιάδες σαμουράι διέσχιζαν την ύπαιθρο οδεύοντας προς το νησί Κυουσού. Με σημαίες που ανέμιζαν στην κορυφή καλαμιών μπαμπού σχεδόν κάθε φεουδάρχης αποσκοπούσε στο να κάνει επίδειξη της απόδοσης της πίστης του στον Σογκούν. Για πρώτη φορά, διακατείχε εθνική ενότητα το λαό της Ιαπωνίας. Οι διαφορές ανάμεσα σε φεουδάρχες παραμερίστηκαν, καθώς όλη η Ιαπωνία, ενωμένη, ήταν έτοιμη να προασπίσει τα συμφέροντά της απέναντι στον εχθρό, τους βάρβαρους Μογγόλους.
Βέβαια, δεν νοιάζονταν όλοι για το καλό του έθνους. Αρκετοί ήξεραν, ότι ο Σογκούν θα αντάμειβε τη γενναιότητα με απλοχεριά.
Το ταξίδι του Γιόσι πάνω στο άλογο τελείωσε στην ακτή, κοντά στην πόλη Σιμόντα. Από κει, επιβιβάστηκε σε λέμβο του στόλου, η οποία τον μετέφερε στο Κυουσού. Ο Γιόσι συνέχισε πάνω σε άλογο μέχρι τη βόρεια πλευρά του νησιού. Όταν έφτασε επιτέλους στον προορισμό του, έμεινε κατάπληκτος απ' όσα είδε.
Η Μογγολική Αρμάδα
Οι φεουδάρχες του Κυοοσού ήξεραν καλά ότι η παραλία Χακάτα το μοναδικό οχυρωμένο λιμάνι της βόρειας ακτής του νησιού, θα ήταν το τέλειο μέρος για το στόλο του Χαν να αγκυροβολήσει. Σ' όλο το μήκος του δρόμου οι φεουδάρχες έκαναν έργα που θα εμπόδιζαν την προσπέλαση των βαρβάρων. Μόλις ετοιμάστηκαν τα οχυρωματικά έργα, οι Σαμουράι του Κυουσού κοίταξαν και περίμεναν. Έμειναν κατάπληκτοι απ' ό,τι είδαν, όσο κι ο Γιόσι.
Πάνω από 450 κορεάτικα πλοία είχαν αγκυροβολήσει έξω από τις ακτές της Χακάτα. 'Ήταν ασύλληπτος ο αριθμός των ανθρώπων, των ζώων και των προμηθειών που κατέκλυζαν τις παραλίες της ακτής. Το πεζικό των Μογγόλων είχε στην πρώτη σειρά παρατεταγμένους στρατιώτες που κρατούσαν τεράστιες ξύλινες ασπίδες. Ακολουθούσε το ιππικό και από πίσω του ερχόντουσαν παράξενες σε σχήμα κατασκευές, που τις έσερναν βόδια. Καθώς προέλαυναν οι ορδές των Μoγγόλων, το θέαμα προκαλούσε τρόμο. Ένα πραγματικό τείχος ανθρώπινης και ζωικής σάρκας προγραμματισμένο αποκλειστικά να κατακτήσει και να καταστρέψει. Όσο πλησίαζαν οι ορδές στα οχυρωματικά έργα των ιαπώνων, παρά το μήνυμα του Σογκούν προς τον Γιόσι, να καθυστερήσουν τους Μογγόλους μέχρι να φτάσουν στην περιοχή οι ενισχύσεις, οι φεουδάρχες του Κυουσού έστειλαν τους έφιππους σαμουράι να αναχαιτίσουν τον εχθρό. Οι σαμουράι εκτέλεσαν τις διαταγές τους ορμώντας προς το μέρος του εχθρού. Σε απάντηση της Ιαπωνικής επίθεσης, το πεζικό των Μογγόλων σχίστηκε στα δύο, για να επιτρέψει στο Ιππικό να χειριστεί το θέμα. Εκείνοι κυριολεκτικά σύντριψαν τους Ιάπωνες ιππείς και διέσπασαν το σχηματισμό τους. Οι παρατηρητές πίσω από τα αναχώματα κοίταζαν με δυσπιστία. Μετά τον αποδεκατισμό το Μογγολικό ιππικό ξαναγύρισε στις θέσεις του. Το πεζικό, έκλεισε τις μπροστινές σειρές και συνέχισε την προέλασή του προς τα μπρος.
Στο μεταξύ είχαν φθάσει και οι ενισχύσεις του Σογκούν και τα στρατεύματα των σαμουράι επιτέθηκαν με μεγαλύτερη ορμή εναντίον των εισβολέων.
Οι Ιάπωνες, απορροφημένοι στην ενισχυμένη τους αυτή επίθεση, δεν είχαν προετοιμαστεί για το τι θα συνέβαινε αργότερα. Από τις πίσω γραμμές, οι Μογγόλοι άρχισαν να εκσφενδονίζουν με τους καταπέλτες ό,τι αντικείμενα εύρισκαν. Οι σαμουράι καταπλακώνονταν από ιπτάμενες πέτρες και κομμάτια ξύλου. Ακολούθησαν αναμμένη νάφθα και λάδι.
Ο καταιγισμός πυρών άφηνε μια αηδιαστική εικόνα. Οι σαμουράι κείτονταν κατακρεουργημένοι, με τα σπλάχνα έξω, δίπλα στα κορμιά τους. Μονομιάς οι Ιάπωνες σταμάτησαν την επίθεση και οι μογγολικές ορδές συνέχισαν την προέλαση. Φτάνοντας στα οχυρωματικά έργα οι σαμουράι από το Κυουσού μπήκαν πάλι στη μάχη.
Υπάρχουν τόσα και τόσα να πει κανείς για το ιππικό των Μογγόλων, αλλά σε μάχες σώμα με σώμα δεν συγκρίνεται κανείς με τους Ιάπωνες σαμουράι και την τόλμη τους. Η σύγκρουση ήταν φοβερή και βίαιη. Σε τόσο μικρό χώρο κίνησης, η μογγολική μοίρα του ιππικού δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, ενώ το πεζικό την πλήρωσε ακριβά από τους ιάπωνες. Οι εισβολείς Μογγόλοι έπαθαν σοβαρές απώλειες όχι πως οι απώλειες από το άλλο μέρος ήταν λιγότερες, αλλά το κουράγιο των “σπαθοφόρων μηχανών θανάτου” με τη μοναδική τους ικανότητα να χειρίζονται το ξίφος αποδείχτηκε το κυρίαρχο όπλο για την αναχαίτιση των εχθρικών δυνάμεων. Έπιασε το δειλινό και οι σαμουράι εγκατέλειπαν σιγά-σιγά την πρώτη γραμμή για τα αναχώματα, με σκοπό να ανασυγκροτηθούν. Μία νέα εικόνα άρχισε να εμφανίζεται πίσω από τις μογγολικές γραμμές.
Ξάφνου, πίδακες από πορτοκαλοκίτρινους σπινθήρες άρχισαν να εκτοξεύονται. Ο ουρανός γέμισε από φωτεινές αψίδες. Έμοιαζαν με διάττοντες αστέρες που άρχισαν να προσγειώνονται στα οχυρωματικά έργα των Ιαπώνων. Τα αναχώματα έσκαγαν σε μία σειρά εκρήξεων.
“Η μαγική σκόνη των Κινέζων”, σκέφτηκε ο Γιόσι.
Χώματα, πέτρες, ανθρώπινα, άρχισαν να πετάγονται προς κάθε κατεύθυνση. Ποιός θα μπορούσε ποτέ να το φανταστεί αυτό; “Μπορούν πράγματι αυτοί οι βάρβαροι να ελέγχουν τον κεραυνό και την αστραπή;” σκέφτηκαν οι Ιάπωνες.
Οι σαμουράι απορημένοι συλλογίζονταν αν οι πολεμιστές που είχαν απέναντί τους ήταν άνθρωποι, τέρατα ή θεοί. Καθώς απλωνόταν το σκοτάδι της νυχτιάς, απαλή βροχή άρχισε να πέφτει και φύσηξε αεράκι. Σταμάτησαν η φωτιά και οι εκρήξεις, αν και οι ξιφομαχίες πίσω από τα αναχώματα συνεχίζονταν ακατάπαυστα. Οι Ιάπωνες ευχαρίστησαν τους Θεούς για την καλή τους τύχη και οι Μογγόλοι καταράστηκαν την ώρα και τη στιγμή που τους έστειλε τη βροχή, η οποία αχρήστευσε την πυρίτιδα. Οι Ιάπωνες αποδείχτηκαν οι πιο σκληροί αντίπαλοι που είχαν ποτέ συναντήσει οι Μογγόλοι. Πολέμησαν με τέτοιο ζήλο, ώστε οι εχθροί τους αποφάσισαν να αποσυρθούν στα πλοία τους για να περάσουν τη νύχτα. Από την άλλη, οι Ιάπωνες ξαναγύρισαν στα οχυρωματικά τους έργα.
Ο Γιόσι συλλoγίστηκε τι είχε συμβεί τούτη τη μέρα και σκέφτηκε, πως αν δεν είχαν φτάσει οι ενισχύσεις, οι Μογγόλοι θα ήταν ήδη κυρίαρχοι του νησιού Κυουσού. Καθώς περνούσε η νύχτα και οι αντίπαλες δυνάμεις είχαν αποτραβηχτεί μακριά από το πεδίο μάχης, ο Γιόσι μεταπήδησε στο δεύτερο στάδιο της αποστολής του.
Κανείς δεν πρόσεξε τη μαύρη φιγούρα, που περνούσε τα αναχώματα και κατευθυνόταν προς το μέρος των Μογγόλων. Σκοπός του Γιόσι ήταν να ανέβει σ' ένα από τα κορεάτικα πλοία. Έφτασε στην παραλία, όπου ήταν αραγμένη μια λέμβος που μετέφερε Μογγόλους από την ακτή στα σκάφη. Είχε ξεσπάσει θύελλα, που έκανε τα πλοία να κουνιούνται με μανία πέρα-δώθε. Η θάλασσα πολεμούσε στο πλευρό των Ιαπώνων.
Οι Μογγόλοι έκαναν σοβαρές προσπάθειες να επιβιβαστούν στα πλοία, προκειμένου να τα απομακρύνουν από την ξηρά για να τα γλιτώσουν από το να εξοκείλουν από την καταιγίδα. Ο Γιόσι πέρασε ανάμεσα από πτώματα σφαγμένων Μογγόλων, που ρύπαιναν την παραλία και συνάντησε αρκετούς νεκρούς Κορεάτες στο διάβα του. Γρήγορα ξέντυσε έναν από τους νεκρούς Κορεάτες, ντύθηκε και κατευθύνθηκε προς τη μεριά ενός από τα πλοία που είχαν αραξοβολήσει και περίμεναν. Μάζεψε αρκετά όπλα από τους εχθρούς που είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης, επιστρέφοντάς τα τάχα σαν λάφυρα. Καθώς έπεφτε η νύχτα στην παραλία Χακάτα, η κακοκαιρία έγινε πολύ χειρότερη. Έριχνε κατακλυσμιαία βροχή και φυσούσε φοβερός άνεμος. Αστραπές φώτιζαν τον ουρανό και κεραυνοί έσχιζαν το θόλο του. Αν ήταν κάτι που πραγματικά φοβόντουσαν οι Μογγόλοι ήταν οι αστραπές και οι κεραυνοί στη μέση της θάλασσας. Αρκετοί πηδούσαν στο νερό με κατεύθυνση τη στεριά για να γλιτώσουν από τη θεομηνία. Αρκετά κορεάτικα πλοία χάθηκαν, στην προσπάθειά τους ν' ανοιχτούν στη θάλασσα.
Οι άνεμοι έδερναν άγρια την επιφάνειά της και τεράστια κύματα έσκαζαν στα πλευρά των πλοίων, τα οποία έκαναν ρωγμές και βυθίζονταν. Άλλα παρασύρονταν μέχρι τα απόκρημνα βράχια και κομματιάζονταν.
Ήταν δύσκολο να σωθεί κανείς μέσα σε τέτοια κοσμοχαλασιά. Οι εχθροί που κατάφεραν να βγουν σώοι στην ακτή σκοτώθηκαν μέχρι τον τελευταίο άντρα από τους Ιάπωνες που καιροφυλακτούσαν.
Το πλοίο, όπου επέβαινε ο Γιόσι, ταλαντευόταν άγρια, καθώς περνούσε τα στενά της παραλίας Χακάτα. Πήγαινε προς το μέσο του σκάφους, όταν άκουσε το φοβερό τρίξιμο. Κοίταξε προς τα πάνω, μα ήταν ήδη πολύ αργά. Το σπασμένο κατάρτι τον καταπλάκωσε. Ο Γιόσι και το κατάρτι εξαφανίστηκαν κάτω από τα μανιασμένα μαύρα νερά.
Το πρωινό ήταν ήρεμο και ηλιόλουστο. Η θύελλα είχε πάψει και ούτε ένα εχθρικό πλοίο δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Στην παραλία ένας εκτεταμένος σωρός αποδεκατισμένων κορμιών, ενώ τα νερά καλύπτονταν από πτώματα ανθρώπων και ίππων. Πίσω από τα αναχώματα, οι φεουδάρχες περίμεναν ήσυχα τη δεύτερη μογγολική επίθεση. Μπορεί να μη γινόταν σήμερα ή μέσα στην επόμενη χρονιά. Αλλά όμως η κάρμα είναι κάρμα, ήξεραν ότι κάποτε θα γινόταν.