Σαβ, 23 Ιαν 2010 01:53 μμ
Σιγά μωρέ τώρα ...Το μπαρ ηταν μια μεγαλη αιθουσα με ενα αμερικανικο μπιλιαρδο στο βαθος.Δυο κοριτσια επαιζαν εκει και αλλα εξι καθισμενα στους κοκκινους καναπεδες τις κοιτουσαν ή εβαφαν τα νυχια τους. Μια σιγοτραγουδουσε το Λα ισλα μπονιτα που επαιζε απο κατι μικρα ηχεια που εβγαζαν ενα ηχο χαλασμενου ραδιοφωνου.Ηταν νωρις αλλα οι δυο τους ειχαν μπουχτισει ολη μερα στο ξενοδοχειο και η σκεψη για μερικα ουισκυ και ευκολα κοριτσια τους εφερε εδω. Ειχανε κανει πολλα μπαρκα και πολλα ξενυχτια μαζι. Ξερανε τα χουγια ο ενας του αλλου. Ταιριαζανε. Σαρανταρηδες, με καρβουνιασμενους ποθους στη πατριδα που περιμεναν να τους ξαναναψουν στη ξενη χωρα, προβαροντας νεα προσωπα ή οτι θυμοντουσαν απ' αυτο που καποτε ειχε ερωτευτει. Μια τελευταια προσπαθεια, μια νυχτα θα αντεχαν να παιξουν.Σταθηκαν ακριβως μπροστα στη πορτα προσπαθωντας να καταλαβουν αν αξιζε το κοπο.Τα κοριτσια τιναχτηκαν πανω τους κυκλωσαν και τους αρχισαν στις υποκλισεις.Αυτοι αρχισαν να γελουν και να πειραζονται μεταξυ τους.Στα γρηγορα τις εκοψαν ολες με μετρο το προσωπο και το υψος.Εκανε πολυ κρυο εκει μεσα, τα κοριτσια ηταν ντυμενα με βαρεια, μακρια τζακετς κι ετσι πολλα στοιχεια που τους ηταν απαραιτητα για μια πιο αξιολογικη κριση ηταν καλλυμενα.Ηθελαν να τους συρουν στους καναπεδες αλλα η σκεψη οτι τα βαρεια τους πανωφορια δεν αφηναν κανενα περιθωριο για ερωτικες ανιχνευσεις τους εκαναν να σταθουν στη μπαρα. Η μπαρα ειναι παντα πιο ωραια. Κοιτας μπουκαλια, σκεφτεσαι οτι θες, κι αν υπαρχει λογος γυρνας και ψαχνεις με το βλεμμα. Και το να μιλας στη παρεα σου με μισογυρισμενο το προσωπο σου ειναι ενα μεγαλο πλεονεκτημα για να κρυβεσαι και να σωπαινεις κατα δικη σου βουληση.Τους περιτριγυρισαν και αρχισαν να τιτιβιζουν γυρω τους.Με λοξες, εμπειρες ματιες εκαναν τις επιλογες τους.- Αυτη η ψηλη με το πρασινο λεει.- Καλη ειναι. Μενα μου αρεσει αυτο το μικρο με το ασπρο μπουφαν. Κοιτα κατι χειλακια.- Που 'σαι κουκλα, πιασε ενα Τσιβας με κοκακολα. Τι θα πιεις;- Μπακαρντι κοκακολα. Ελα ρε κοιτα το. Κουκλακι ειναι. Ελα δω μαναρι μου. Θα πιεις κατι;Τα κοριτσια γελωντας ασταματητα παραγγειλαν ολα Μπέιλυς.Η μουσικη αλλαξε σε ελληνικα ενω τα ποτα ετοιμαζονταν. Η μαμα-σα ηταν εμπειρη, εκοβε το ματι της.Οι κουβεντες ξεκινησαν μεσα σε σπαστα Αγγλικα και επαναληψεις γουατ και γουατ ντιντ γιου σέιΜια με γυαλακια, η πιο ασχημη, τα μιλουσε καλα τα Αγγλικα και με μια στακατη προφορα συστησε και τις αλλες. Oλες φοιτηριες Λογιστικης. Kαι οι οχτω σ'εναν θαλαμο στην εστια.Κουκετες πανω κατω,- ...οταν μια ειναι ορθια δε χωραμε να περασουμε, διαβαζουμε και τρωμε ξαπλωμενες στα κρεβατια.Γελια.- Α ειναι τοσο ωραια. Παντα εχουμε παρεα, ολο αστεια και γελια. Η τουαλετα; Μια για ολες. Ασε ...Γελια.Ο Τακης φανταστηκε ενα δωματιο που μυριζε συνεχεια φαγητιλα, απλυτα ρουχα, ουρα και περιοδο.Θυμηθηκε για ποτε πλακωθηκε με το μονο συγκατοικο που ειχε ποτε στο ημιυπογειο στα Ιλισσια. Ηταν και φιλοι απ' το χωριο να σκεφτειςΤη μικρη του τη λεγανε Γουαν Νιν- ... αλλα μπορεις να με φωναζεις Μαρία, του ειπε συλλαβιζοντας μια μια τις λεξεις.Ενα γελιο κοντεψε να τον πνιξει καθως ειχε λιγο μπακαρντι στο στομα.- Οκ, άι γουίλ κολ γιου Μαράκι. Μαράκι μπέιμπι.Το Μαρακι μιλουσε προβαροντας τα Αγγλικα βγαζοντας μια κατακοκκινη γλωσσα αναμεσα στα δοντια για να προφερει το ρο και το δελτα. Ο Τάκης ειχα παθει να την κοιταει, ειχε αφοπλιστει απο τη γλυκυτητα που εβγαινε απο το προσωπο και το πλατυ της χαμογελο.Τα αλλα τρια κοριτσια που του αναλογουσαν στριμωχνονταν γυρω της ασυνειδητα σεβομενες τη πρωτοκαθεδρια της οχι μονο στην ευνοια του αλλα οπως υποψιαζοταν και στο στενο τους θαλαμο.Και οσο η κουβεντα τους προχωρουσε, οσο τον κοιτουσε ισια μεσα στα ματια, τσεβδιζοντας τα αγγλικα της, βγαζοντας μια απλετη αθωοτητα μπροστα του που δεν την περιμενε ενιωσε να μαλακωνει η καρδια του, να γαληνευει το βλεμμα του και να την κοιτα με μια ανεπιτηδευτη λατρεια.Ο Νικητας δεν ειχε καταφερει να δειξει την ευνοια του στο πρασινο μπουφαν, κυριως γιατι τον φοβιζαν τα παμφτωχα Αγγλικα του. Ετσι παλευε χωρις αποτελεσμα αναμεσα στο χαρουμενο θορυβο γυρω του για να της δειξει οτι σε αυτη ηθελε να μιλαει και οι αλλες να κανουν στη μπαντα. Τα παρατησε τοτε κι αυτος και αφεθηκε να χαζογελαει με οτι και να λεγοταν.- Φτωχαδακια ειναι μωρε. Τι να τους κανεις; Καλο θα τους κανεις να πας και ενα βραδυ μαζι τους.- Ναι ρε συ, και δε φαινονται και για τιποτα καριολες.Ηπιαν, ξανακερασαν, ο Νικητας χορεψε και μισο ζειμπεκικο Τα λαδαδικα. Φαινοταν να αντεχει περισσοτερο. Του Τακη υστερα απο πεντε ποτα αρχισε να του βγαινει η κουραση του μακρινου ταξιδιου, το κεφαλι του αρχισε να γυριζει. Α να παρει, δεν ηθελα ν' αφησει αυτα τα φωτεινα ματια, το αστραφερο χαμογελο που εκανε τη καρδια του καινουρια. Αρχισε ομως να τρεμει απ' τη κουραση.- Φιλε, παει μακρια η βαλιτσα. Δε μπορω αλλο. Παω να τη κανω. Αχ μαναρι μου, κουκλι εισαι.Το Μαρακι εβγαλε τη γλωσσα αναμεσα στα δοντια-Μαναλι μου ... μανααααρρλλι μου ..Χαμογελασε, σκεφτηκε ακομα μια φορα να κατσει ακομα λιγο να τη χαζεψει κι αλλο αλλα δεν αντεχε. Θα την εβρισκε αυριο ετσι κι αλλιως.Που θα πηγαινε;- Γκουντνάιτ μωρο μου, σίι γιου τουμόροου.- Γκουτνάιτ μωρρρλλο μού- Τακη θα κατσω ακομα λιγο ρε φιλε. Δεν εχω υπνο.- Εγινε ρε συ. Να μου προσεχεις το Μαρακι.Τη σκεφτοταν καθως περπατουσε προς το ξενοδοχειο και χαμογελουσε. Πολυ του αρεσε. Παρα πολυ μαλιστα.Μολις ξαπλωσε σαν αστειο αρχισε να πλεκει ενα σεναριο στο μυαλο του οτι θα την επαιρνε πισω μαζι του. Ειχε μεινει μονος ολα αυτα τα χρονια, δεν ειχε πια πολλες ελπιδες να βρει κατι στη πατριδα, το ενιωθε αλλωστε οτι η μπογια του δε περναγε πια.Με τη σκεψη του την ανεβασε στο αεροπλανο και της καρατησε το χερι σε ολο το ταξιδι. Την πηγε στη Κουλουρη, στο σπιτι που ειχε στα μπετα δεκα χρονια τωρα. Σκεφτηκε οτι με κινητρο το κοριτσι θα το τελειωνε κιολας. Μια ευτυχια ειχε απλωθει στο προσωπο του οταν τον πηρε ο υπνος. Ειδε ονειρο μια βεραντα με γερανια, ενα ψαρεμα με τη παλια του βαρκα και καποιον να τον περιμενει. Γελουσε στον υπνο του μιλωντας γλωσσες περιεργες και ρρρρρρλλλλ. Κοιμηθηκε βαρεια. Ξυπνησε μεσημερι.Ετοιμαστηκε και η πρωτη σκεψη που εκανε ητανε το Μαρακι και η γλωσσα της σφηνωμενη στα μπροστινα της δοντια αναμεσα να πασχιζει το ρο. Γελασε λιγο με τον εαυτο του οταν διαπιστωσε οτι ξαναπιασε το σεναριο εκει που το ειχε αφησει χτες το βραδυ. Μαθηματα Ελληνικων και Αγγλικων, καινουρια ρουχα στο μικρο της νουμερο, σεργιανι στη γειτονια και στο Πασαλιμανι τα Σαββατα. Ολοι θα την αγαπουσαν. Ηταν σιγουρος.Εστειλε ενα μηνυμα στο Νικητα να πιουνε μαζι καφε. Δεν πηρε απαντηση. Θα κοιμοταν. Κατεβηκε με το πασο του στη τραπεζαρια.Ο Νικητας στο βαθος ειχε απλωσει μπροστα του αυγα, σαλαμια, φετες ψωμι και μαρμελαδες. Πολλες μαρμελαδες.- Καλημερα. Σου εστειλα μηνυμα να παρουμε μαζι πρωινο. Τι εγινε; Καθισες πολυ χτες;- Α ναι; δεν το ειδα. Ε οχι και παρα πολυ. Κανα μισαωρο κι εφυγα. Τι εγινε εσυ;- Ενταξει, ξεκουραστηκα.Εβαλε καφε και βαλθηκε να μασουλαει ενα κομματακι ψωμι. Προσπαθησε να μαζεψει το μυαλο του, δεν ηθελε να τον παρει χαμπαρι ο φιλος του. Ισως το βραδυ που θα τις ξαναβρισκαν, εκει με τη βοηθεια του ποτου να δειχνοταν περισσοτερο.Ο Νικητας ετρωγε λαιμαργα. Μετρησε οχτω πλαστικα κουτακια μαρμελαδας ανοιγμενα και αδεια.- Πω πω πεινα αδερφακι μου! Τι εγινε με το πρασινο μπουφαν; Προχωρησε καθολου το πραγμα;- Ποια; Αυτη με το πρασινο ε; Μπα τιποτα. Δε μπορουσα να συνενοηθω. Βαρεθηκα, τα παρατησα.Εφτιαξε ενα προχειρο σαντουιτς με ψωμι και δυο φετες σαλαμι και εχωσε το μισο στο στομα του.- Σιγα ρε, ποσο καιρο εχεις να φας; του ξαναειπε χαμογελαστα ο Τακης.- Α αναγκες φιλε μου, αναγκες, τι να κανουμε;Σκουπισε τα χειλη του με μια χαρτοπετσετα και αναψε τσιγαρο ενω μασουλαγε ακομα τη τελευταια μπουκια.Φυσηξε το καπνο ψηλα γερνοντας πισω στη καρεκλα του και βαζοντας το ενα χερι πισω απ' το κεφαλι του.- Αναγκες.Ο Τακης κοιταξε γυρω την αιθουσα. Ηπιε μια μικρη γουλια καφε.- Τι; Εσυ δε πεινας; Τελικα κανει δουλεια.Τραβηξε μια βαθεια ρουφηξια με το κεφαλι ψηλα.- Μπα, οχι και τοσο; Τι δουλεια;- Το χαπι ρε συ. Τελικα κανει καλη δουλεια. Τεσσερα.- Τι λες ρε; Ποιο χαπι; Τι τεσερα και αρχιδια;-Τεσσερα εριξα στο μικρο, μαγκα μου! Τε σσε ρα!- Ποιο μικρο; Αφου ειπες ...- Την αυτηνα ρε! Τη Κινεζα! Τη Γουαν!- Τι λες ρε; Ποια ειναι η Γουαν;- Αυτη ρε, εχτες που ητανε με το ασπρο! Μιλησες και συ λιγο μαζι της χτες. Στα τεσσερα την ειχα ολη νυχτα στο δωματιο. Και της εριξα και τεσσερα. Τεσσερα επι τεσσερα!Αρχισε να γελαει τρανταχτα με το αστειο του μεχρι που πνιγηκε απ' το καπνο.- Της αλλαξα τα φωτα. Την εκανα κι εσκουζε. Ειχα παρει ενα μπλε πριν και δε μου 'πεφτε με τιποτα δικε μου! Κολαση!Ο Τακης εκλεισε τα ματια του. Εγειρε μπροστα σαν κατι να χαθηκε μεσα στο σωμα του και ναλιγοστεψε, τα χερια του σφιχτηκαν γροθιες κατω απ' το τραπεζι. Κοκκινισε. Αρχισε λιγο να τρεμει.- Μα πωως; καταφερε να ψελισει.- Α μολις εφυγες εσυ, τη διπλαρωσα. Τη κερασα Μπειλυς αραδα. Της ειπα να ερθει μαζι. Της τα εσκασα. Ηρθε. Αυτο ητανε. Τωρα κοιμαται ακομα στο δωματιο. Τη ξεσκισα, που να ξυπνησει.Γελαγε δυνατα, η σταχτη του τσιγαρου επεσε στη κοιλια του.- Το Μαρακι; Το Μαρακι ρε; με σβησμενη φωνη.- Ποιο μαρακι και ξεμαρακι μωρε. Τη παλιοκινεζα. Σα γατι εσκουζε.Εσκυψε κι επιασε το κεφαλι του με τους αγκωνες στο τραπεζι. Ηθελε να κρυφτει, ηθελε να κανει κατι, να βρισει, να δωσει μια μπουνια ή να γυρισει το τραπεζι αναποδα με τη μια ... αλλα δε μπορουσε. Τιποτα δε μπορουσε.- Τι εγινε ρε; Τι εγινε; Τι επαθες;Σταματησε.-Εεεελα ρε! Εεεελα ...Δε μιλαγε. Ειχε πετρωσει. Μια λυπη μαζι με ντροπη τον ειχε στειλει αλλου. Πισω, πολυ πισω στο χρονο, στη μερα πριν το πρωτο μπαρκο και σε ολες τις προηγουμενες. Το ιδιο σκοταδι. Το ιδιο.- Ρε συ τι να εκανα; Ητανε η μονη που μιλαγε λιγα Αγγλικα. Ειδα οτι μιλαγατε πριν αλλα ... τι;Ειχε σκυψει μπροστα τωρα. Το δεξι του μανικι ηταν μεσα σ'ενα ανοιγμενο κουτακι μαρμελαδας. Ειχε στενεψει τα ματια του οπως τον κοιταζε σα να προσπαθουσε να διαβασει καποια ψιλα γραμματα που δεν εβλεπε καλα.
|
Radio Nowhere
Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός
για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει
όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός :
όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη.
Γιάννης Σκαρίμπας
Ουλαλούμ, 1936
ΠΡΟΣΦΑΤΑ POSTS
Rashomon
9.7.2010, 21:52
Τουλαχιστον γλυτωσαμε το κερασμα ...
14.6.2010, 06:00
Σιγά μωρέ τώρα ...
23.1.2010, 13:53
Τριγωνικοί σχηματισμοί
2.10.2009, 20:52
60+ 2,000 χρόνια θλιβερός μεταξοσκώληκας
1.10.2009, 10:33
Χαμένη Ποδηλάτισσα
15.7.2009, 13:46
Βήματα στο νερό
11.7.2009, 21:37
Τρύπια πιρόγα
1.7.2009, 22:14
Romance Chinese
30.6.2009, 09:41
Οση λύπη χρειάζεται
26.6.2009, 19:38
ΑΡΧΕΙΟ
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
24°C




/ Διεύθυνση project
ΣΧΟΛΙΑ: 14
Να ρωτήσω κάτι; είναι περσινό κείμενο; Κάτι μου θύμισε.
Περσινό φετινό εμένα μ' αρέσει. Ψυχοπλάκωμα μ' έπιασε.
Δεν αρχισε να μυριζει ε;
Δεν εχω που να παω και ειπα να τη βγαλω λιγο χαλαρα εδω με τα καλοπαιδα.
Σορρυ για το ψυχοπλακωμα.
Τι σορρυ δηλαδη;
Αυτη ηταν η προθεση μου.
Τωρα περιμενω αρθρο-καπακι του ομεν:
"Σιγα μωρε τωρα Radio Nowhere!"
εννοούσα απλώς ότι ξανάρχισες να δημοσιεύεις τέτοια κείμενα
ωραίο πάντως : )
Καμπάι αδερφια!!!!!
Πρέπει να είσαστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια