Αθήνα   22°C
LIFO
Παρ, 09 Ιούλ 2010 09:52 μμ

Rashomon

Παλια συνηθεια

Φιλαω τον αερα

Ενας σκυλος χωρις ονομα

Θα με παρηγορησει.

 

Βαθεια στη πολη της

Τρωω τη νυχτα

Ενας σκυλος χωρις καρδια

Θα με φαει ζωντανο.

 

Μεσα στο ονειρο

Μιλαω στον υπνο

Ενας σκυλος χωρις ματια

Θα με ξυπνησει.

 

σκυλοσ

 

Παλια συνηθεια

Βαθεια στη πολη της

Μεσα στο ονειρο


Φιλαω τον αερα

Τρωω τη νυχτα

Μιλαω στον υπνο


Ενας σκυλος χωρις ονομα

Ενας σκυλος χωρις καρδια

Ενας σκυλος χωρις ματια


Θα με παρηγορησει.

Θα με φαει ζωντανο.

Θα με ξυπνησει.

 

Παλια συνηθεια

Θα με παρηγορησει.


Ενας σκυλος χωρις ονομα

Φιλαω τον αερα



Βαθεια στη πολη της

Θα με φαει ζωντανο.


Ενας σκυλος χωρις καρδια

Τρωω τη νυχτα




Μεσα στο ονειρο

Θα με ξυπνησει.


Ενας σκυλος χωρις ματια

Μιλαω στον υπνο




Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
 
Σαβ, 23 Ιαν 2010 01:53 μμ

Σιγά μωρέ τώρα ...

Το μπαρ ηταν μια μεγαλη αιθουσα με ενα αμερικανικο μπιλιαρδο στο βαθος.

Δυο κοριτσια επαιζαν εκει και αλλα εξι καθισμενα στους κοκκινους καναπεδες τις κοιτουσαν ή εβαφαν τα νυχια τους. Μια σιγοτραγουδουσε το Λα ισλα μπονιτα που επαιζε απο κατι μικρα ηχεια που εβγαζαν ενα ηχο χαλασμενου ραδιοφωνου.

Ηταν νωρις αλλα οι δυο τους ειχαν μπουχτισει ολη μερα στο ξενοδοχειο και η σκεψη για μερικα ουισκυ και ευκολα κοριτσια τους εφερε εδω. Ειχανε κανει πολλα μπαρκα και πολλα ξενυχτια μαζι. Ξερανε τα χουγια ο ενας του αλλου. Ταιριαζανε. Σαρανταρηδες, με καρβουνιασμενους ποθους στη πατριδα που περιμεναν να τους ξαναναψουν στη ξενη χωρα, προβαροντας νεα προσωπα ή οτι θυμοντουσαν απ' αυτο που καποτε ειχε ερωτευτει. Μια τελευταια προσπαθεια, μια νυχτα θα αντεχαν να παιξουν.

Σταθηκαν ακριβως μπροστα στη πορτα προσπαθωντας να καταλαβουν αν αξιζε το κοπο.

Τα κοριτσια τιναχτηκαν πανω τους κυκλωσαν και τους αρχισαν στις υποκλισεις.

Αυτοι αρχισαν να γελουν και να πειραζονται μεταξυ τους.

Στα γρηγορα τις εκοψαν ολες με μετρο το προσωπο και το υψος.

Εκανε πολυ κρυο εκει μεσα, τα κοριτσια ηταν ντυμενα με βαρεια, μακρια τζακετς κι ετσι πολλα στοιχεια που τους ηταν απαραιτητα για μια πιο αξιολογικη κριση ηταν καλλυμενα.

Ηθελαν να τους συρουν στους καναπεδες αλλα η σκεψη οτι τα βαρεια τους πανωφορια δεν αφηναν κανενα περιθωριο για ερωτικες ανιχνευσεις τους εκαναν να σταθουν στη μπαρα. Η μπαρα ειναι παντα πιο ωραια. Κοιτας μπουκαλια, σκεφτεσαι οτι θες, κι αν υπαρχει λογος γυρνας και ψαχνεις με το βλεμμα. Και το να μιλας στη παρεα σου με μισογυρισμενο το προσωπο σου ειναι ενα μεγαλο πλεονεκτημα για να κρυβεσαι και να σωπαινεις κατα δικη σου βουληση.

Τους περιτριγυρισαν και αρχισαν να τιτιβιζουν γυρω τους.

Με λοξες, εμπειρες ματιες εκαναν τις επιλογες τους.

- Αυτη η ψηλη με το πρασινο λεει.

- Καλη ειναι. Μενα μου αρεσει αυτο το μικρο με το ασπρο μπουφαν. Κοιτα κατι χειλακια.

- Που 'σαι κουκλα, πιασε ενα Τσιβας με κοκακολα. Τι θα πιεις;

- Μπακαρντι κοκακολα. Ελα ρε κοιτα το. Κουκλακι ειναι. Ελα δω μαναρι μου. Θα πιεις κατι;

Τα κοριτσια γελωντας ασταματητα παραγγειλαν ολα Μπέιλυς.

Η μουσικη αλλαξε σε ελληνικα ενω τα ποτα ετοιμαζονταν. Η μαμα-σα ηταν εμπειρη, εκοβε το ματι της.

Οι κουβεντες ξεκινησαν μεσα σε σπαστα Αγγλικα και επαναληψεις γουατ και γουατ ντιντ γιου σέι

Μια με γυαλακια, η πιο ασχημη, τα μιλουσε καλα τα Αγγλικα και με μια στακατη προφορα συστησε και τις αλλες. Oλες φοιτηριες Λογιστικης. Kαι οι οχτω σ'εναν θαλαμο στην εστια.

Κουκετες πανω κατω,

- ...οταν μια ειναι ορθια δε χωραμε να περασουμε, διαβαζουμε και τρωμε ξαπλωμενες στα κρεβατια.

Γελια.

- Α ειναι τοσο ωραια. Παντα εχουμε παρεα, ολο αστεια και γελια. Η τουαλετα; Μια για ολες. Ασε ...

Γελια.

Ο Τακης φανταστηκε ενα δωματιο που μυριζε συνεχεια φαγητιλα, απλυτα ρουχα, ουρα και περιοδο.

Θυμηθηκε για ποτε πλακωθηκε με το μονο συγκατοικο που ειχε ποτε στο ημιυπογειο στα Ιλισσια. Ηταν και φιλοι απ' το χωριο να σκεφτεις

Τη μικρη του τη λεγανε Γουαν Νιν

- ... αλλα μπορεις να με φωναζεις Μαρία, του ειπε συλλαβιζοντας μια μια τις λεξεις.

Ενα γελιο κοντεψε να τον πνιξει καθως ειχε λιγο μπακαρντι στο στομα.

- Οκ, άι γουίλ κολ γιου Μαράκι. Μαράκι μπέιμπι.

Το Μαρακι μιλουσε προβαροντας τα Αγγλικα βγαζοντας μια κατακοκκινη γλωσσα αναμεσα στα δοντια για να προφερει το ρο και το δελτα. Ο Τάκης ειχα παθει να την κοιταει, ειχε αφοπλιστει απο τη γλυκυτητα που εβγαινε απο το προσωπο και το πλατυ της χαμογελο.

Τα αλλα τρια κοριτσια που του αναλογουσαν στριμωχνονταν γυρω της ασυνειδητα σεβομενες τη πρωτοκαθεδρια της οχι μονο στην ευνοια του αλλα οπως υποψιαζοταν και στο στενο τους θαλαμο.

Και οσο η κουβεντα τους προχωρουσε, οσο τον κοιτουσε ισια μεσα στα ματια, τσεβδιζοντας τα αγγλικα της, βγαζοντας μια απλετη αθωοτητα μπροστα του που δεν την περιμενε ενιωσε να μαλακωνει η καρδια του, να γαληνευει το βλεμμα του και να την κοιτα με μια ανεπιτηδευτη λατρεια.

Ο Νικητας δεν ειχε καταφερει να δειξει την ευνοια του στο πρασινο μπουφαν, κυριως γιατι τον φοβιζαν τα παμφτωχα Αγγλικα του. Ετσι παλευε χωρις αποτελεσμα αναμεσα στο χαρουμενο θορυβο γυρω του για να της δειξει οτι σε αυτη ηθελε να μιλαει και οι αλλες να κανουν στη μπαντα. Τα παρατησε τοτε κι αυτος και αφεθηκε να χαζογελαει με οτι και να λεγοταν.

- Φτωχαδακια ειναι μωρε. Τι να τους κανεις; Καλο θα τους κανεις να πας και ενα βραδυ μαζι τους.

- Ναι ρε συ, και δε φαινονται και για τιποτα καριολες.

Ηπιαν, ξανακερασαν, ο Νικητας χορεψε και μισο ζειμπεκικο Τα λαδαδικα. Φαινοταν να αντεχει περισσοτερο. Του Τακη υστερα απο πεντε ποτα αρχισε να του βγαινει η κουραση του μακρινου ταξιδιου, το κεφαλι του αρχισε να γυριζει. Α να παρει, δεν ηθελα ν' αφησει αυτα τα φωτεινα ματια, το αστραφερο χαμογελο που εκανε τη καρδια του καινουρια. Αρχισε ομως να τρεμει απ' τη κουραση.

- Φιλε, παει μακρια η βαλιτσα. Δε μπορω αλλο. Παω να τη κανω. Αχ μαναρι μου, κουκλι εισαι.

Το Μαρακι εβγαλε τη γλωσσα αναμεσα στα δοντια

-Μαναλι μου ... μανααααρρλλι μου ..

Χαμογελασε, σκεφτηκε ακομα μια φορα να κατσει ακομα λιγο να τη χαζεψει κι αλλο αλλα δεν αντεχε. Θα την εβρισκε αυριο ετσι κι αλλιως.Που θα πηγαινε;

- Γκουντνάιτ μωρο μου, σίι γιου τουμόροου.

- Γκουτνάιτ μωρρρλλο μού

- Τακη θα κατσω ακομα λιγο ρε φιλε. Δεν εχω υπνο.

- Εγινε ρε συ. Να μου προσεχεις το Μαρακι.

Τη σκεφτοταν καθως περπατουσε προς το ξενοδοχειο και χαμογελουσε. Πολυ του αρεσε. Παρα πολυ μαλιστα.

Μολις ξαπλωσε σαν αστειο αρχισε να πλεκει ενα σεναριο στο μυαλο του οτι θα την επαιρνε πισω μαζι του. Ειχε μεινει μονος ολα αυτα τα χρονια, δεν ειχε πια πολλες ελπιδες να βρει κατι στη πατριδα, το ενιωθε αλλωστε οτι η μπογια του δε περναγε πια.

Με τη σκεψη του την ανεβασε στο αεροπλανο και της καρατησε το χερι σε ολο το ταξιδι. Την πηγε στη Κουλουρη, στο σπιτι που ειχε στα μπετα δεκα χρονια τωρα. Σκεφτηκε οτι με κινητρο το κοριτσι θα το τελειωνε κιολας. Μια ευτυχια ειχε απλωθει στο προσωπο του οταν τον πηρε ο υπνος. Ειδε ονειρο μια βεραντα με γερανια, ενα ψαρεμα με τη παλια του βαρκα και καποιον να τον περιμενει. Γελουσε στον υπνο του μιλωντας γλωσσες περιεργες και ρρρρρρλλλλ. Κοιμηθηκε βαρεια. Ξυπνησε μεσημερι.

Ετοιμαστηκε και η πρωτη σκεψη που εκανε ητανε το Μαρακι και η γλωσσα της σφηνωμενη στα μπροστινα της δοντια αναμεσα να πασχιζει το ρο. Γελασε λιγο με τον εαυτο του οταν διαπιστωσε οτι ξαναπιασε το σεναριο εκει που το ειχε αφησει χτες το βραδυ. Μαθηματα Ελληνικων και Αγγλικων, καινουρια ρουχα στο μικρο της νουμερο, σεργιανι στη γειτονια και στο Πασαλιμανι τα Σαββατα. Ολοι θα την αγαπουσαν. Ηταν σιγουρος.

Εστειλε ενα μηνυμα στο Νικητα να πιουνε μαζι καφε. Δεν πηρε απαντηση. Θα κοιμοταν. Κατεβηκε με το πασο του στη τραπεζαρια.

Ο Νικητας στο βαθος ειχε απλωσει μπροστα του αυγα, σαλαμια, φετες ψωμι και μαρμελαδες. Πολλες μαρμελαδες.

- Καλημερα. Σου εστειλα μηνυμα να παρουμε μαζι πρωινο. Τι εγινε; Καθισες πολυ χτες;

- Α ναι; δεν το ειδα. Ε οχι και παρα πολυ. Κανα μισαωρο κι εφυγα. Τι εγινε εσυ;

- Ενταξει, ξεκουραστηκα.

Εβαλε καφε και βαλθηκε να μασουλαει ενα κομματακι ψωμι. Προσπαθησε να μαζεψει το μυαλο του, δεν ηθελε να τον παρει χαμπαρι ο φιλος του. Ισως το βραδυ που θα τις ξαναβρισκαν, εκει με τη βοηθεια του ποτου να δειχνοταν περισσοτερο.

Ο Νικητας ετρωγε λαιμαργα. Μετρησε οχτω πλαστικα κουτακια μαρμελαδας ανοιγμενα και αδεια.

- Πω πω πεινα αδερφακι μου! Τι εγινε με το πρασινο μπουφαν; Προχωρησε καθολου το πραγμα;

- Ποια; Αυτη με το πρασινο ε; Μπα τιποτα. Δε μπορουσα να συνενοηθω. Βαρεθηκα, τα παρατησα.

Εφτιαξε ενα προχειρο σαντουιτς με ψωμι και δυο φετες σαλαμι και εχωσε το μισο στο στομα του.

- Σιγα ρε, ποσο καιρο εχεις να φας; του ξαναειπε χαμογελαστα ο Τακης.

- Α αναγκες φιλε μου, αναγκες, τι να κανουμε;

Σκουπισε τα χειλη του με μια χαρτοπετσετα και αναψε τσιγαρο ενω μασουλαγε ακομα τη τελευταια μπουκια.

Φυσηξε το καπνο ψηλα γερνοντας πισω στη καρεκλα του και βαζοντας το ενα χερι πισω απ' το κεφαλι του.

- Αναγκες.

Ο Τακης κοιταξε γυρω την αιθουσα. Ηπιε μια μικρη γουλια καφε.

- Τι; Εσυ δε πεινας; Τελικα κανει δουλεια.

Τραβηξε μια βαθεια ρουφηξια με το κεφαλι ψηλα.

- Μπα, οχι και τοσο; Τι δουλεια;

- Το χαπι ρε συ. Τελικα κανει καλη δουλεια. Τεσσερα.

- Τι λες ρε; Ποιο χαπι; Τι τεσερα και αρχιδια;

-Τεσσερα εριξα στο μικρο, μαγκα μου! Τε σσε ρα!

- Ποιο μικρο; Αφου ειπες ...

- Την αυτηνα ρε! Τη Κινεζα! Τη Γουαν!

- Τι λες ρε; Ποια ειναι η Γουαν;

- Αυτη ρε, εχτες που ητανε με το ασπρο! Μιλησες και συ λιγο μαζι της χτες. Στα τεσσερα την ειχα ολη νυχτα στο δωματιο. Και της εριξα και τεσσερα. Τεσσερα επι τεσσερα!

Αρχισε να γελαει τρανταχτα με το αστειο του μεχρι που πνιγηκε απ' το καπνο.

- Της αλλαξα τα φωτα. Την εκανα κι εσκουζε. Ειχα παρει ενα μπλε πριν και δε μου 'πεφτε με τιποτα δικε μου! Κολαση!

Ο Τακης εκλεισε τα ματια του. Εγειρε μπροστα σαν κατι να χαθηκε μεσα στο σωμα του και ναλιγοστεψε, τα χερια του σφιχτηκαν γροθιες κατω απ' το τραπεζι. Κοκκινισε. Αρχισε λιγο να τρεμει.

- Μα πωως; καταφερε να ψελισει.

- Α μολις εφυγες εσυ, τη διπλαρωσα. Τη κερασα Μπειλυς αραδα. Της ειπα να ερθει μαζι. Της τα εσκασα. Ηρθε. Αυτο ητανε. Τωρα κοιμαται ακομα στο δωματιο. Τη ξεσκισα, που να ξυπνησει.

Γελαγε δυνατα, η σταχτη του τσιγαρου επεσε στη κοιλια του.

- Το Μαρακι; Το Μαρακι ρε; με σβησμενη φωνη.

- Ποιο μαρακι και ξεμαρακι μωρε. Τη παλιοκινεζα. Σα γατι εσκουζε.

Εσκυψε κι επιασε το κεφαλι του με τους αγκωνες στο τραπεζι. Ηθελε να κρυφτει, ηθελε να κανει κατι, να βρισει, να δωσει μια μπουνια ή να γυρισει το τραπεζι αναποδα με τη μια ... αλλα δε μπορουσε. Τιποτα δε μπορουσε.

- Τι εγινε ρε; Τι εγινε; Τι επαθες;

Σταματησε.

-Εεεελα ρε! Εεεελα ...

Δε μιλαγε. Ειχε πετρωσει. Μια λυπη μαζι με ντροπη τον ειχε στειλει αλλου. Πισω, πολυ πισω στο χρονο, στη μερα πριν το πρωτο μπαρκο και σε ολες τις προηγουμενες. Το ιδιο σκοταδι. Το ιδιο.

- Ρε συ τι να εκανα; Ητανε η μονη που μιλαγε λιγα Αγγλικα. Ειδα οτι μιλαγατε πριν αλλα ... τι;

Ειχε σκυψει μπροστα τωρα. Το δεξι του μανικι ηταν μεσα σ'ενα ανοιγμενο κουτακι μαρμελαδας. Ειχε στενεψει τα ματια του οπως τον κοιταζε σα να προσπαθουσε να διαβασει καποια ψιλα γραμματα που δεν εβλεπε καλα.

Ο Τακης δε μιλησε για λιγη ωρα.

Κατω απο τα χερια του δαγκωνε τα χειλη του, εσφιγγε τα ματια του.

Τελικα σηκωσε το κεφαλι. Μ' ενα στραβο χαμογελο που τον εκανε αγνωριστο ψελισε

- Ναι ρε σιγα... Τη παλιοκινεζα.

siga mwre

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 14 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 02 Οκτ 2009 08:52 μμ

Τριγωνικοί σχηματισμοί

girl-tree cat 2

... Αυτα σκεφτοταν η Λι Τσιν μελαγχολικα κοιτωντας τη βροχη που ακουγε στη σκεπη της κι εβλεπε ν΄αλλαζει το πρασινο της κερασιας στην αυλη της. Ενιωθε τοσο πολυ μερος μιας θεατρικης παραστασης, που κρυβοντας μια απο το πρωι σιγανη, επιμονη κουραση πηγε να χτενισει τα μαλλια της, χαμογελωντας στην ανοητη αλλα ελκυστικη ιδεα οτι η κερασια εβλεπε αυτην και οχι αυτη τη κερασια ...

Γυρισε και μαζεψε το κοκκινο, μανδαρίνικο, μακρυ φουστανι καθως καθισε ξανα μπροστα στο λαπτοπ.

Η Λι Τσιν ειχε παραιτηθει απ' το Κομμα παρ' ολο που ηξερε οτι θα της εξασφαλιζε μια καλη ζωη, ενα καλο γαμο, ρουχα αγορασμενα μονο απο το κεντρο της Λουφτχανσα στο Πεκινο, και μια σταθερη παρουσια στην υψηλη κοινωνια.

Ολη αυτη ομως η τυπικοτητα και υποκρισια που θα επρεπε να ανεχθει, ολες οι μυστικες υπογειες ραδιουργιες και ευνοιες που εναλλασσονταν, επηρεαζοντας ατομικες ζωες και μακρινες επαρχιες την ειχαν κουρασει. Ποτε δεν πειστηκε οτι ολο αυτο το τυπικο, ανουσιο και κενο θα μπορουσε να της προσφερει κατι.

Ενιωθε υποχρεωμενη απεναντι στη κερασια, απεναντι στο νοτιοανατολικο της παραθυρο, απεναντι στη γατα της Τσελεστε, που με την ανορθοδοξη ηρεμια της της εδειχνε οτι υπηρχε κι αλλος τροπος.

Υπηρχε κι αλλος τροπος να ζησεις δηλαδη.

Οι τροποι να πληξεις ή να πουληθεις ηταν απειροι, σε πολλους σταθηκε στο κατωφλι τους, κι ενα βραδυ ζαλισμενη απο τη ζεστη μπυρα σ'ενα χρυσο καραοκε παραλιγο να δοθει στον πανισχυρο - πολλοι μιλαγαν για τον επομενο γ.γ. του κομματος - κυβερνητη της Τιανζιν. Οταν του'σφιξε το χερι στριβοντας το πισω απ΄τη πλατη και κανοντας τον να γονατισει σφυριζοντας του λυσσασμενα στ΄αυτι "δεν ειμαι για τα δοντια σου μαλακα" ηξερε οτι εκλεινε μια πορτα για παντα και ειχε ευχαριστησει τη ζεστη μπυρα εκεινης της βραδιας πολλες φορες απο τοτε.

Γυρισε τα ματια της στη κερασια, ενα αερακι κουνουσε ελαφρα τη κορυφη της.

Η Τσελεστε γυρισε και τη κοιταξε αργα μη περιμενοντας τιποτα, μη βαζοντας της κανενα εμποδιο. Τη χαιδεψε με τη σκεψη της και αυτη γουργουρισε μισοκλεινοντας τα ματια της.

Ενα καλα αρμονικο τριγωνο που ξεκινουσε απ' αυτην, περνουσε μεσα απο το νοτιονατολικο παραθυρο στη κερασια της, και γυριζε πανω στη κοιμισμενη της γατα θα ηταν ενα σπιτι αξιο να ζησει λιγο καιρο μεσα του.

Μετα θα 'βλεπε.


Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 01 Οκτ 2009 10:33 πμ

60+ 2,000 χρόνια θλιβερός μεταξοσκώληκας

 

Εσύ θα τα δεις το βραδυ στην τηλεοραση.

Εγω τα βλεπω σε μια γιγαοντοοθονη του δρομου που καλυπτει την επιφανεια ενος ανετου κελιου. Πολυ καλα θα μπορουσε να ζησει κανεις σε μια τετοια επιφανεια, πολλοι ηδη το κανουν.

Στην αρχη του γυρισα την πλατη σε μιαν επιδειξη-σε ποιον αραγε;- οτι δεν εχω σχεση και ποτε ουτε εγω, ουτε τα παιδια που εφερα στον κοσμο θα εχουν. Μια μοναχικη περηφανεια. Που θα τους μεινει για παντα αγνωστη. Οπως και η παγκοσμια λογοτεχνια, τα ρευματα της τεχνης, οι αναζητησεις και οι αμφισβητησεις οπου γης.

Ειναι φυλακη εαν σου εχουν μαθει να μην τη βλεπεις; Ειναι φυλακη εαν σου εχουν εμφυσησει οτι αυτος ειναι ο μονος δυνατος κοσμος;

Ζει στην φυλακη ο μοναχος που γεννηθηκε στο μοναστηρι, που η τεχνικη της προσευχης του εχει εξασφαλισει την καθημερινη ηρεμια και μια σιγουρη προστασια απο το νυχτερινο κρυο; Και μια σιγουρη πιστη οτι ποτε ποτε ο αγγελος τον επισκεπτεται;

Εκατονταδες χιλιαδες στρατιωτες συγχρονιζονται σ'ενα βηματισμο που παραλυει τις δικες σου αρτηριες. Το χερι τους τεντωνεται μεχρις ενα σημειο, καθε φορα το ιδιο ακριβως με -εξοργιστικη- ακριβεια μιλιμετρ. Και σκεφτεσαι πως; πως επρεπε ν'αδειασουν το μυαλο τους απο οτιδηποτε αλλο, πως επρεπε να στραγγιξουν την υπαρξη τους ολη απο καθε τι περα απο την κινηση των χεριων μεχρις αυτο το υψος. Ολοι. Τι ειναι μετα απ' αυτο; Τι εχουν γινει μετα απ' αυτο; Ποσο ακουν; Ποσο καταλαβαινουν;

Ο κσομος εχει σταθει ακινητος στο δρομο και κοιταζει την οθονη. Σε ολους τους δρομους της απεραντης χωρας. Εναμισυ δισεκατομυρια ματια συν τα εκατομυρια των ξενων που ψαχνουν την ευκαιρια που δεν βρηκαν στο Νιου Τζερσι, στο Μπρισμπέιν, στη Παντοβα, στο Μπουένος Άυρες. Τωρα θα μπορουσαν να δουν το λαθος. Η φωνη «παρε τα λεφτα και σωπα» ειναι πιο δυνατη. Σωπαινουν.

Κανεις δεν μιλαει, ησυχια στο κεντρο της πολης και σε καθε πολη. Μονο ο στρατιωτικος βηματισμος στην οθονη, τα κερινα προσωπα και τα χερια παντα στο ιδιο υψος.

Τα συμβολα κρυμμενα και στην παραμικρη λεπτομερεια. Δουλευουν ακομα και δηθεν ασημαντα. Ενας ουρανος δεν ειναι παρα ενας ουρανος. Αλλα οχι αυτος. Οχι ετσι οπως τον δειχνει ο Γιμού να πιανει την μιση οθονη, να καμπυλωνεται πανω απο τις τεραστιες παρελασεις. Και ειναι ενα συμβολο που μεσα στην τεχνικη τελειοτητα του φακου τους ειρωνευεται. Ετσι καμπυλος δεν ειναι παρα ο θολος του θερμοκηπιου, ο ουρανος του Τρουμαν Σωου, δισεκατομμυρια Τρουμαν, κρυβουν την αληθεια ο ενας απο τον αλλο.

Το πειραμα εχει πετυχει. Οι οδηγοι κατανοωντας την βασικη αληθεια -ο νους των ανθρωπων συντιθεται απο την επιγνωση των αμεσων αναγκων- εχτισαν οχι μονο τον τοιχο αλλα και το θολο σε αυτο το υψος. Η συνειδηση τους προσδιοριζεται σαν αντιληψη αυτης της μοναδικης υπαρχουσας δυνατοτητας να καλυψουν αυτες τις αμεσες αναγκες. Ο ανθρωπος σκεφτεται με αυτα που σκοπευει να κανει την επομενη μιση ωρα, την επομενη μερα, τον επομενο μηνα. Αλλα οχι παραπερα. Αυτη ειναι εδω η υψηλη τεχνη. Ποτε να μην αναρωτηθει καποιος για το ευρος των δυναμεων του. Ξερουν οτι η επιτυχια του ενος συνοδευεται απο αποτυχια χιλιαδων. Δεν το θελουν αυτο το τιμημα.

Τι να την κανεις την ελευθερια οταν συνοδευεται μονο απο την αμφιβολια. Οταν μπορεις να καταγραψεις καποια ορια και ν’αφησεις την καταθλιψη απ’εξω. Μπορεις. Αν τα ορια ειναι σαφως καθορισμενα, αν καθε εγκεφαλικο κυτταρο καθε παιδιου διδασκεται τι να σκεφτεται, τι να ψαχνει και τι να περιμενει απ’ τη ζωη. Σαν το χερι του στρατιωτη. Αυτοματα, ακουραστα, ακριβεστατα κινειται μεχρι το καθορισμενο υψος. Μια αψογη στην αυτοπειθαρχια της ικανοποιηση ειναι η επιβραβευση. Αυτο ειναι το ζητημα. Εχεις σκοπο, εχεις και επιβραβευση. Το ενδιαμεσο ειναι το διαστημα που αποκλειονται ολα τα εκτος του σκοπου.

Η αφελεια ειναι επιδοτουμενη. Ειναι αρετη σε ενα τετοιο συστημα.

Αναμεσα στα πλανα των στρατιωτων τα πλανα των ανθρωπων με τα σημαιακια και τα χειροκροτηματα. Σκεφτεσαι οτι για να επιλεγουν σε αυτα τα αυστηρα καθορισμενα πλανα θα ειναι καποιοι εκλεκτοι. Καποιοι που πιστεψαν περσισσοτερο την αφελεια, που την συνδυασαν με καποια ευφυία μεγαλυτερη και μια ικανοτητα συγκεντρωσης αξιοθαυμαστη ωστε να ξεχωρισουν. Θυμηθηκα εναν εξαιρετικο μανατζερ, ο μισθος του ειναι οσα τα ημερησια εξοδα ενος δημοτικου διαμερισματος, που μου ελεγε για την θαυματουργη δυναμη που εχει η εικονα του Μαο. Ποση γαληνη και ποση σιγουρια του χαριζει. Δουλευει; Ισχυει.

Υπαρχει παγιδα;

Ποιο ειναι το διακυβευμα;

Το πεπερασμενο της συνειδησης;

Της ελευθεριας;

Μα ετσι κι αλλιως ποσο μακρια μπορεις να φτασεις;

Και τι θα βρεις εκει;

Και δεν θ’αμφισβητηθεις;

Μπορεις στ'αληθεια να μοιρασεις τιποτα απο αυτα;

Μπορεις να ταίσεις δισεκατομυρια;

Μπορεις να κοψεις τις συντομευσεις της καταθλιψης;

Του εγκληματος;

Μπορεις;

Και γιατι η δικη σου αυταπατη να γινει σεβστη; Γιατι οχι του αλλου; Και γιατι να μη βρουμε μια συλλογικη αυταπατη;

Επειδη την διαχειριζεσαι ως αληθεια;

Μα μολις σταματησεις να γραφεις θα επιστρεψεις εκει, στο δικο μου κοσμο.

Κανοντας αυτη τη στιγμη τσατ με καποιον μου δινει ενα λινκ στο youtube. Μου λεει ειναι τελειο, καταπληκτικο βιντεο. Ειναι ενθουσιασμενος. Η μερα του ολη ισως επερνε τη νοτα απ’ αυτο. Ισως το σπερμα για ενα ποιημα ηταν εκει.

Παταω το λινκ.

The page cannot be accessed.

You are not authorized.

Γιατι; Γιατι μου λες; Τι μου κρυβεται;

Εφτασα στο τοιχο του θερμοκηπιου. Ειναι στο χρωμα του ουρανου, του τεραστιου, απεραντου ουρανου του Γιμου και δε φαινεται. Ειναι ομως εκει.

Ο φιλος μου στην αλλη ακρη του κοσμου τωρα γραφει ενα ποιημα, τα ματια του εχουν τη λαμψη απο κατι ομορφο που του χαριστηκε δωρεαν. Εγω ψηλαφιζω αυτο τον αορατο τοιχο. Τον χτυπαω με μικρες γροθιες και λυσσαω. Δεν γινεται τιποτα. Δεν εχεις προγραμματιστει και αυτο δεν ειναι στο προγραμμα.

Και σταματα να χτυπας μην μαζευτει κοσμος. Οχι οτι θα καταλαβουν τιποτα απλα θα μας κοστισει λιγο παραπανω χρονο για εξηγησεις.

Η γιγαντοθονη μαυριζει. Σηκωνονται απο τα πεζοδρομια. Ευτυχεις υπνωτισμενοι πηγαινουν για το μεσημεριανο. Καθονται ολοι περηφανοι γυρω απο το τραπεζι απεναντι στη τηλεοραση. Που δειχνει μια ευτυχισμενη οικογενεια γυρω απο ενα τραπεζι.

Στο βαθος παιζει μια τηλεοραση.

mao 4


(Καποια φιλη, ατι, μου "ζητησε" να γινω κι εγω λιγο επικαιρος. Της το αφιερώνω ... )

 

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 30 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 15 Ιούλ 2009 01:46 μμ

Χαμένη Ποδηλάτισσα

 

Το δρόμο πλάϊ στη θάλασσα περπάτησα

beach x8a

 

που 'κανε κάθε μέρα η ποδηλάτισσα

beach x8b

 

Βρήκα τα φρούτα που 'χε το πανέρι της

beach x8c

 

το δαχτυλίδι που 'πεσε απ' το χέρι της

beach x1

 

Βρήκα το κουδουνάκι και το σάλι της

beach x2

 

τις ρόδες, το τιμόνι, το πεντάλι της

beach x3

 

Τη ζώνη της τη βρήκα σε μιαν άκρη

beach x9c

 

μια πέτρα διάφανη που 'μοιαζε δάκρυ

beach x9a

 

Τα μάζεψα ένα ένα και τα κράτησα

beach x9b

 

κι έλεγα που 'ναι που 'ν' η ποδηλάτισσα

beach x9g

 

Την είδα να περνά πάνω απ' τα κύματα

beach x9


την άλλη μέρα πάνω από τα μνήματα
beach x91


Την τρίτη νύχτωσ' έχασα τα χνάρια της

beach x93


στους ουρανούς ανάψαν τα φανάρια της.

beach xxx

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 24 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 11 Ιούλ 2009 09:37 μμ

Βήματα στο νερό

 

lolita ship

Το καπετανιο τον εβλεπα πρωτη φορα και το καραβι θα εβγαινε για το πρωτο του ταξιδι.
Η δουλεια μου ηταν να παρακολουθησω πως θα πηγαινε το καραβι τις πρωτες μερες και να λυσω τα προβληματα που θα παρουσιαζονταν. Επρεπε να παραμεινω εν πλω μεχρι το πρωτο λιμανι.
Θα ημουνα συνεχεια στο ποδι, μερα νυχτα, ολες αυτες τις μερες. Θα επρεπε να ανεβοκατεβαινω συνεχεια απο το μηχανοστασιο στη γεφυρα και η σκεψη μου  θα επρεπε να γινει ενα με τη συμπεριφορα του καραβιου. Ο καφες παντα στο χερι, ο υπνος λιγος, κι αυτος κλεφτος, με τα ρουχα. Αν ολα πηγαιναν καλα στην αρχη μπορει να χαλαρωνα.
Οπως σε καθε ταξιδι, οπως σε καθε περισταση που αναμεσα σε δυο δρασεις η αναμονη θα ηταν πανω απο μερικα λεπτα, ειχα φροντισει να εχω μαζι μου ενα βιβλιο, η ξεκουραση που ηθελα, η φυγη μεσα σε μια αλλη ιστορια απο την κουρασμενη δικη μου, ηξερα οτι η προσμονη να βρεθω στη καμπινα θα μου εδινε δυναμη, η σκεψη να το ανοιξω με την ησυχια μου, να βυθιστω μεσα του και ν'αφησω ολο τον αλλο κοσμο στη δικη του πορεια.

Ετσι πηρα μαζι μου την Λολίτα, δεν την ειχα ανοιξει καν ακομα, θα διαβαζα τις πρωτες σελιδες στη πρωτη ευκαιρια που θα ξελασκαρα.

Ολη η μερα περασε μεσα σε ενα ασταματητο τρεξιμο, μια συνεχη προσπαθεια να κατανοησω πως πηγαινε το καινουριο καραβι, αν υπηρχαν σημεια που χρειαζονταν ιδιαιτερη φροντιδα και προσοχη, καποιες αλλες ρυθμισεις. Ηταν σαν ενα παιδι που τωρα μαθαινε να περπαταει, επρεπε να νιωσουμε και να καταλαβουμε καλα το παραμικρο του τρεκλισμα και ανασφαλεια.

Με τον καπετανιο ειχαμε καποιες κουβεντες στη τραπεζαρια. Ητανε κι αυτος πολυ αγχωμενος και νευρικος, και πολλες απο τις εντολες που εδινε κατεληγαν στο κενο καθως το πληρωμα δεν ηξερε ακομα πως επρεπε να κινηθει. Το καραβι πηγαινε το δρομο του κι εμεις μεσα στα σπλαχνα του προσπαθουσαμε να καταλαβουμε το σφυγμο και τη περπατησιά του.

Αργα το βραδυ, με ποδια που ετρεμαν απο τη κουραση και με το μυαλο μου σα μια ζεστη σουπα, αποσυρθηκα για λιγο στη καμπινα κι αφου εκανα ενα ζεστο μπανιο καθισα σε ενα μικρο στενο καναπε και πηρα τη Λολίτα στα χερια μου. Το καραβι επλεε σε μια αδιαπεραστη σκοτεινια, σ'ενα μερος ξενο κι απροσδιοριστο και οι πρωτες λεξεις της αναψαν μια φωτια μεσα στο μυαλο μου εκατονείκοσι μιλια απο την πιο κοντινη γη

"Λολίτα φως της ζωης μου, φλογα των λαγονων μου. Αμαρτία μου, ψυχη μου. Λο-λί-τα. Της γλώσσας η ακρη τρεχει τρεις φορες στον ουρανισκο, για να χτυπησει με την τριτη απαλά πανω στα δοντια. Λο. Λι. Τα."

Ο αδιακοπος ηχος της μηχανης, των γεννητριων, του καζανιου, των αντλιων, των εξαεριστικων χαθηκαν. Και η σκοτεινια πανω, κατω και γυρω διαλυθηκε μεσα στο χρυσο ποταμι των λεξεων, στα μαλλια της Λολιτας.

"Ομως στη δικη μου αγκαλια ηταν παντα, καθε φορα. Λολίτα."

Σηκωσα το κεφαλι μου στον απεναντι γυμνο τοιχο. Γυρω μου υπηρχε ενα καραβι. Απο κατω του η μαυρη θαλασσα. Σαν υπενθυμιση στον εαυτο μου λιγο πριν γυρισω παλι τα ματια μου στο βιβλιο, κι ο κοσμος αλλαξει.

Ημουνα προσηλωμενος για καμια ωρα όταν ο ηχος ενος αλάρμ μ'εκανε να πεταχτω μηχανικα και χωρις καμια σκεψη να τρεξω προς το μηχανοστασιο. Κατεβαινοντας τις σκαλες το μυαλο μου εψαχνε και αναγνωριζε τους τοιχους της παλιας διαστασης, καραβι, μηχανες, αντλιες, ατμος ...

Μας πηρε κανα διωρο να εντοπισουμε το προβλημα, αλλαξαμε καπως τη ροη των ζεστων νερων, οι σωληνες ηρεμησαν, το νεαρο καραβι συνεχιζε το δρομο του μεσα στη νυχτα.

Γυριζοντας στη καμπινα, καθιδρος και γεματος βρωμα, βρηκα την πορτα της ανοιχτη. Δεν θυμομουνα αν την ειχα κλεισει ή οχι αλλα πολυ γρηγορα αυτη η ερωτηση δεν ειχε σημασια γιατι μπαινοντας ειδα τον καπετανιο να καθεται στη καρεκλα του γραφειου εχοντας στα χερια του τη Λολίτα.

Καπως ξαφνιασμενος, σηκωσε τα ματια του μολις με ακουσε.

- Τι ηταν αυτο το αλαρμ; τιποτα σοβαρο;

- Το φτιαξαμε, δεν πιστευω να ξαναχτυπησει.

Δεν υπηρχε κατι το ιδιαιτερα περιεργο εκεινη τη στιγμη παρα μονο μια ασυμμετρια που μου δημιουργησε η σκεψη οτι κανονικα μολις με ειδε ή αρχιζοντας να μιλαμε για τη δουλεια επρεπε να ακουμπησει το βιβλιο στο γραφειο.

Πηγα και καθισα στη θεση μου και μ'ενα βρωμικο μαντηλι σκουπισα τον ιδρωτα μου.

- Λες να καταφερουμε να κοιμηθουμε σημερα; ειμαι πτωμα , του ειπα.

- Α να δουμε, παντως ειναι καλυτερα απο τη πρωτη εξαωρια.

- Α, αυτο σιγουρα.

Και μετα δεν ηξερα τι να πω. Κι αυτος το ιδιο. Στις προηγουμενες κουβεντες μας στη τραπεζαρια δεν ειχαμε βρεθει μπροστα σε καποια παρομοια σιωπη. Κατι μεσα μου ελεγε να μην προσπαθησω να τη σπασω, να μην προσπαθησω να φανω ευχαριστος και φιλικος. Και μειναμε εκει για λιγη ωρα, εγω να νιωθω τον ιδρωτα μου να στεγνωνει γρηγορα απο το δυνατο αιρκοντισιον κοιτωντας τον τοιχο, κι αυτος να στεκεται λιγο λοξα απεναντι μου, παιζοντας με τη κλειστη Λολίτα και στριφογυριζοντας την αναμεσα στα χερια του. Αρχισα κι εβγαζα αναστεναγμους κουρασης και καποια στιγμη σηκωθηκε.

- Παω, αντε να δουμε πως θα τη βγαλουμε τη νυχτα.

Τα ματια μου ειχαν καρφωθει πανω στα χερια του και του απαντησα μολις ακουμπησε τη Λολίτα πανω στο γραφειο.

- Ε, ησυχα πιστευω. Καλα παμε.

Και μετα καπως βιαστικα.

- Καληνυχτα.

- Καληνυχτα.

Βγηκε κλεινοντας τη πορτα κι εγω πεταχτηκα, πηρα τη Λολιτα στα χερια μου και την ανοιξα

"Η καρδια μου φουσκωσε με τοση δυναμη που λιγο ελειψε να λιγοθυμησω. Ανοιξα διαπλατα τη πορτα και ταυτοχρονως εφτανε η Λολίτα, με το κυριακατικο φορεμα της, ποδοκροτωντας, αγκομαχωντας, και ριχτηκε μεσα στην αγκαλια μου, με το αδολο στομα της να λιωνει κατω απο τη θηριωδη πιεση του σκοτεινου αρρενωπου μου σαγονιου, η παλλομενη λατρεια μου!"

Διαβαζα και διαβαζα και με πηρε ο υπνος με τη Λολίτα στα χερια, στραβοκαθισμενος στο μικρο καναπε με το καφε πλαστικο καλλυμα. Του καραβιου η καθορισμενη πορεια συνεχιζε, το ονειρο μου το πηρε η κουραση.

Οταν ο ηχος του αλαρμ με ξυπνησε, μου χρειαστηκε λιγη ωρα να συνειδητοποιησω ποιος και που ειμαι.

Κινηθηκα αργα καθως ενιωσα το δεξι μου ποδι βαρεια μουδιασμενο. Οπως εσκυψα να δεσω τα παπουτσια μου ειδα τη Λολίτα πεσμενη στο πατωμα, με τη ραχη της προς τα πανω. Τη μαζεψα και την ακουμπησα στο κρεβατι. Χτυπησε το τηλεφωνο "ερχομαι" φωναξα με ενα ααναπαντεχα σκληρο τονο και κατεβηκα παλι στη κοιλια του καραβιου, εκει που χωνευε τα πετρελαια και τα εκανε δρομο πανω στο ταραγμενο και σκοτεινο νερο.

Λειτουργουσα σαν υπνωτισμενος, μας πηρε ωρα να εντοπισουμε μια διαρροη που εκανε τις φλεβες του πιο αδυναμες. Σφιξαμε, βαλαμε τεφλον, συνηλθε, ηρεμησε. Επιασα λιγο την κουβεντα με το πληρωμα, τα ματια ολων καταμαυρα απο την αυπνια και την αγωνια.

Γυρισα στην καμπινα και ηταν παλι εκει.

Η ενοχληση μου ηρθε πριν απο την πρωτη σκεψη μου. Ητανε στην ιδια θεση ακριβως, στην ιδια σταση και την ειχε ανοιξει και ειχε σκυψει επανω της.

- Τι εγινε; με ρωτησε χωρις να σηκωσει το κεφαλι.

- Ενταξει, ολα καλα.

Επεσα βαρυς στο κρεβατι. Με περισσοτερη ορμη απ΄οση υπολογιζα κι εμεινα μπρουμυτα εκει. Κανενας ηχος περα απο το γνωστο της μηχανης και του αιρκοντισιον. Προσπαθησα να συγκεντρωθω αναμεσα σε αυτους τους δυο ηχους για να πιασω τους δικους του. Στην αρχη τιποτα. Μετα ακουσα ενα φυλλο να γυριζει. Μετα τρια λεπτα αλλο. Μετα τρια λεπτα αλλο. Τα δαχτυλα μου εσφιξαν με δυναμη τα σεντονια.

Αρχισα το προηγουμενο κολπο με τους αναστεναγμους. Αναταραχτηκε λιγο πανω στη καρεκλα του, αλλα αυτο μονο. Δεν την αφηνε απο τα χερια του. Ενας εκνευρισμος απλωνοταν ανεξελεγκτα απο μεσα μου προς ολο το δωματιο. Πεταχτηκα απο το κρεβατι και αρχισα να βγαζω τη βρωμικη φορμα μου.

- Λεω να κανω ενα μπανιο. Σκυλοβρωμαω, δε μπορω να κοιμηθω ετσι.

- Ναι ναι, μου ειπε. Βεβαια.

Περασα απο μπροστα του φορωντας μονο τα εσωρουχα και μπηκα στη τουαλετα.

Ανοιξα το ζεστο νερο και το αφησα για ωρα να τρεχει πανω μου να καταπαυσει τη ταραχη μου. Καποια στιγμη το εκλεισα και αφουγκραστηκα προς το δωματιο. Δεν ακουσα τιποτα. Εβαλα τη μεγαλη πετσετα γυρω μου και ανοιξα τη πορτα αργα. Βγαινοντας εξω μολις που ειδα τη πορτα της καμπινας να κλεινει. Εστριψα γρηγορα το κεφαλι προς το γραφειο. Η Λολιτα ηταν εκει. Κλειστη.

Την πηρα και ξαπλωσα στο κρεβατι.

"... βυθιστηκα σ'ενα σωρο αντικειμενα που την ειχαν αγγιξει. Ηταν ειδικα ενα ροζ υφασμα, λερωμενο, σκισμενο, με μια αμυδρως στυφη μυρωδια στη ραφη. Τυλιξα σ' αυτο την τεραστια, καταβροχθισμενη καρδια μου"

Η κουραση και η νυστα μου ερχονταν σαν ενα βαρυ κυμα και τα ματια μου εκλεισαν μονα τους.

Ο υπνος με πηρε με τη Λολίτα πανω στο στηθος και τη πετσετα βρεγμενη και τυλιγμενη γυρω μου.

Η επομενη μερα δεν ειχε προβληματα. Το καραβι συνηθιζε τα υγρα του, μαθαινε γρηγορα να υπακουει στο καπετανιο του, να μην παρεκλινει απο τις βουλες του, η όποια εφυία του ειχαμε μεταδωσει ηταν αυτη ακριβως η υπακοη.

Καθε που γυριζα απο τη δουλεια στη καμπινα μου αυτος ηταν εκει. Δεν ηταν σωστο και αυτο βεβαια το ηξερε. Αλλα η επιμονη του ηταν αδυσωπητη, ακαμπτη. Οτι υποννοουμενο και να αφηνα, οσο ενοχληση και να εδειχνα, το πολυ που καταφερνα ηταν μια αναβολη σε καποια επισκεψη του. Αλλα και παλι δεν ημουνα σιγουρος αν αυτο οφειλοταν στην αποστροφη που απροκαλυπτα πλεον του εδειχνα οτι μου προκαλουσε η εισβολη του στη καμπινα μου και η εικονα του να κραταει τη Λολίτα μου ή σε καποια δουλεια που ειχε εκεινη τη ωρα και δεν μπορεσε να ερθει ή παλι τιποτα απο αυτα αλλα ισως απλως να ειχε ερθει και να ειχε φυγει πριν λιγη ωρα.

Δεν μπορουσα να καταλαβω και ποσο ειχε προχωρησει μεσα στη Λολίτα μου καθως φροντιζαμε και οι δυο να την κραταμε με τα φυλλα της ατσαλακωτα.

Ενα βραδυ ομως μη μπορωντας να κρυψω την ταραχη μου που τον εβρισκα παλι εκει ,με τη Λολιτα μπροστα του, να την κραταει ανοιχτη με τα χοντρα τριχωτα χερια του, γυρισα και βγηκα ορμητικα απο τη καμπινα μου.

Ανεβηκα στο τελευταιο καταστρωμα,πανω απο τη γεφυρα, και αναψα τσιγαρο. Ο αερας ηταν δυνατος και καπου μακρυα μπροστα μας φαινονταν κατι δυνατες αστραπες που εκαναν το μαυρο ουρανο κιτρινο, μετα μωβ και μετα παλι μαυρο. Το καραβι ειχε πορεια προς τα κει και ηταν οι πρωτες σταγονες της βροχης που συναντουσαμε αυτες που εσβησαν το τσιγαρο μου. Σε λιγο ειχα γινει μουσκεμα και τρεμοντας απο το κρυο κατεβηκα στη γεφυρα.

Γυρω μονο τα κοκκινα και πρασινα φωτα της κονσολας, μπροστα το σκοταδι, απο κατω και πανω και παντου γυρω.

Οι αστραπες διαρκουσαν ολο και περισσοτερο, δυναμωναν οσο πλησιαζαμε, τις κοιτουσα με δεος.

Η φωνη του ακουστηκε ξαφνικα απο πισω μου

- Τα καραβια δεν παθαινουν τιποτα απο τις αστραπες. Δεν παιρνουν χαμπαρι. Να το ξερεις.

Το ηξερα μαλλον αλλα το ειχα ξεχασει.

Ενω πριν ειχα σκεφτει να του μιλησω καθαρα για την ενοχληση που μου προκαλουσε η παρουσια του στη καμπινα μου και η περιδιαβαση του στη Λολιτα μου, τωρα κατι με σταματησε.

Ειχε σταθει στην αλλη ακρη της γεφυρας, ενας σκοτεινος ογκος μεσα στη νυχτα. Κοιτουσε μπροστα και δεν ηξερα τι εβλεπε. Μειναμε ετσι χωρις να μιλαμε κοιτωντας σε μια μακρινη ευθεια τις ματαιες αστραπες.

Κατεβηκα μετα στη καμπινα μου και ενω μπαιναμε μεσα στη καταιγιδα που μας κουνησε και μας ταλαιπωρησε αγρια ολη τη νυχτα, εγω τελειωσα τη Λολίτα.

Η επομενη μερα ηταν ηρεμη απο συμβαντα. Εξω εκανε πολυ κρυο κι εριχνε χιονονερο.

Κανενα αλαρμ δεν χτυπησε, κανενα τηλεφωνο κι ετσι εβγαλα ολη τη μερα στο κρεβατι με αυτην διπλα μου κλειστη αλλα οχι αγνωστη.

Την αλλη πιασαμε λιμανι και κατεβηκα.

Την ειχα αφησει μισανοιχτη πανω στο κρεβατι.

Σαν ξεχασμενη, ταχα μου.

Σαν βιαστικα ξεχασμενη.

Στις ατελειωτες διαδρομες του καραβιου μεσα στο υγρο χάος.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 20 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 01 Ιούλ 2009 10:14 μμ

Τρύπια πιρόγα

τρυπια πιρογα

Ηρθε η ωρα να σου πω για το Σπυρο.

Κατσε, κανε τσιγαρο.

Θες ενα τσάι?

Ο Σπυρος παντα επερνε τσιγαρο. Οτι ηταν τσαμπα το προτιμουσε.
Μονο τσάι δεν ηθελε.
Ρε Σπυρο, του 'λεγα, ενα καλο εχει η κωλοκινα. Ενα μονο. Αυτο το πρασινο τσάι.

Δε θελω, μου 'λεγε, μου μυριζει ψαριλα.

Καλα, καλα.

Ηρθα δυο βδομαδες πριν απ' αυτον εδω.

Που τις περασα κυριως στο δωματιο του ξενοδοχειου και στο μπαρ του λομπι.

Κατεβαζοντας ουίσκια, κλεινοντας ολους τους αισθητηριακους πορους.
Η πρωτη ταφη. Θα ακολουθουσαν κι αλλες.

Περιμενα τον Ελληνα. Που θα ερχοταν και θα δουλευε στο διπλανο γραφειο. Που μου 'χαν πει οτι επαιζε κιθαρα. Που τον φανταζομουνα ποτη, μουνακια και μερακλη οπως σχεδον ολοι οι ναυτικοι.
Που ζεσταινα τη σκεψη μου με τις μελλοντικες κουβεντες μας,  εξω να λυσσομαναει ο αερας απο τον ωκεανο διακοσια μετρα πιο περα. Να κυνηγαμε μαζι τα κοριτσια, δυο ειναι καλυτερα, μονος σου αισθανεσαι μιζερια πανω στις μπαρες.

Που την πρωτη φορα που τον πηρα τηλεφωνο να παμε να φαμε "εχω φαει" μου ειπε, "καλα, για ενα ποτο" "μπα ειμαι κουρασμενος".

Και παρεμεινε.

Ενας γερασμενος πριν την ωρα του ελεφαντας με κιτρινισμενους απο τη νικοτινη χαυλιοδοντες.

Σφιχτος  στη τσεπη και στο καθε μοιρασμα.

Παρεα μονο με ξενους, κινεζους , αμερικανους, ιταλους. Ολα να λεγονται μεσω εκατο λεξεων. Ολα να κρυβονται πισω απο εκατο λεξεις. Η τελεια κρυψωνα. Οχι για μενα ομως.

Ενα βραδυ τον πετυχα σε μια μπαρα, καθισα παραμερα. Με νευριαζαν και οι τροποι του και η απογοητευση που μου θυμιζε. Ειχε μαζεψει μπροστα του τα τρια κοριτσια και τους εκανε κηρυγμα. Για τα καλα της οικονομιας. Να τα μαζευουν για τις δυσκολες ωρες. Σπυρο, ηθελα να του φωναξω, αυτες δεν εχουν δευτερο βρακι. Οταν το πλενουν, καθονται μεσα περιμενοντας να στεγνωσει. Τι να βαλουν στη μπαντα;

Το νερο που ειχε παραγγειλει ζεσταινοταν πλάι του. Τα κοριτσια ειχαν ανοιξει το στομα ακουγοντας τον, περιμενοντας ενα κερασμα, μια κοκα κολα, να παρουν το ενα γιουαν που δικαιουνταν, να φανε κατι μετα. Αυτος, στο δικο του κοσμο δικαιοσυνης, αναγκων που δεν εφταναν περα απο το τεντωμενο πανω στη κοιλια του πουκαμισο τις φιλοδωρουσε με τη σοφια του. Μετα τους ειπε και για το Σωκρατη και για το Μεγαλεξαντρο. Κερδισμενες βγηκαν. Εμαθαν. Ενω απο μενα τι εμαθαν; Κατι γελια, κατι χουφτωματα, πεντέξι αλλαξιες ρουχα και τραπεζωματα. Καποια βιβλια που σκονιζονται με τσαλακωμενες τις πρωτες εφτα σελιδες και τις αλλες ανεγγιχτες. Αναξια λογου.

Ο Σπυρος ο αριστερος. Τραγουδαγε καλα και ειδικα αυτα του Πολυτεχνειου και οταν ενα βραδυ, το μοναδικο που τον ακουσα γιατι σπιτι του καλουσε τους Ιταλους και τους επαιζε, τραγουδησε τη πιρογα, δακρυσα και βγηκα στη μπαλκονορτα. Μετα τη ξανατραγουδησε και σ'ενα μπαρ που κυριως παιζανε κατι Αμερικανακια το χοτελ Καλιφορνια και τετοια κι αυτος επαιζε το εξωτικο φολκλορ. Τον ακουσα απαθης. Δεν υπηρχε και καμια μπαλκονοπορτα κοντα.

Ενα βραδυ με το στομαχι κομματια θελησα να παω νοσοκομειο. Τονε σκεφτηκα. Τελικα πηρα ενα κινεζο τηλεφωνο. Τον ιδιο που τον εβαλε να ψαξει να του βρει που πουλανε φτηνα αθλητικα παπουτσια. Πρεπει να του βγηκανε γερα. Δυιμισυ χρονια, ακομα τα φοραει. Ο Κινεζος τα δικα του τα εχει αλλαξει.

Τα πρωινα να μπαινει αρχοντας στο γραφειο να μου φωναζει τι καλα που περναει. Τι καλα που ειναι ολα. Θελω να του φωναξω για τις εκατο του αγγλικες λεξεις και για τα στραβοπατημενα του παπουτσια. Για τη πολη που τη σκεπαζει η ομιχλη και τους δρομους που δε πανε πουθενα. Για την ασυνεννοησια, για το πανικο. Ξερω, οι λεξεις πεταγονται με νευρο κακο απο μεσα μου. Ισως αυτο να μην του αρεσει και μου γυριζει τη πλατη και φευγει. Κανενας δε θελει να του μιλανε ασχημα για τις αυταπατες του. Προλαβαινει παντα να μου πει ποσο καλα ειναι ολα. Προλαβαινει να φυγει εγκαιρως τσιμπωντας κανα φρουτο, κανα μπισκοτο, οτι βρεθει.

Ειναι κι αλλα.

Ειναι αργα ομως.

Φευγει αυριο μεθαυριο.

Να παει στο καλο. Να μπει στη πιρογα του και να φυγει.

Να δει Ελληνικο καλοκαιρι. Μηπως και τον φωτισει.

Ξερω αν τον πετυχω πουθενα μετα απο καιρο θα μου μιλησει με νοσταλγια για τη πολη, για την ομιχλη, για τα κοριτσια, για τις μοναξιες. Οτι θα κανω κι εγω δηλαδη. Μονο που δεν θα εννοουμαι το ιδιο. Μπορει οι λεξεις να ειναι ιδιες, τα μερη και ο χρονος. Αλλά οτι υπαρχει πισω απο τις λεξεις θα ειναι κατι αλλο.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 35 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ  
 
Τρι, 30 Ιούν 2009 09:41 πμ
ΣΧΟΛΙΑ: 13 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ  
 
Παρ, 26 Ιούν 2009 07:38 μμ

Οση λύπη χρειάζεται

Οση λυπη χρειαζεται

Καθε βραδυ βγαζω το τραπεζακι εξω απο το μπαρ, ανοιγω το βιβλιαρακι μου και διαβαζω με τα φωτα νεον απο τις πινακιδες των μπατερφλάι μπαρ. Καμια φορα ενισχυω το φως τους  μ'ενα μικρο φακο. Με το ενα χερι το βιβλιο με το αλλο το φακο. Βολευει μονο για μικρα βιβλια.
Χαμογελασαν στην αρχη, ο περιεργος Σιλά, που δε μας μιλαει πια και σταματησε να πειραζει τα κοριτσια.
Παιζουν ... (συνεχεια)

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ  
 
Avatar
Radio Nowhere
Kι’ όλο να λες, να λες, στα θάμβη της νυκτός για ένα –με γυάλινα πανιά– πλοίο που πάει όλο βαθειά, όλο βαθειά, όσο που πέφτει εκτός : όξ’ απ’ τον κύκλο των νερών –στα χάη. Γιάννης Σκαρίμπας Ουλαλούμ, 1936
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork