Αθήνα   22°C
LIFO
Τετ, 02 Ιούν 2010 12:45 πμ

ΟΠΟΥ ΝΑ'ΝΑΙ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ

 

Το αγόρι ήταν καθισμένο στο χώμα και ακουμπούσε την πλάτη, όπως συνήθιζε, στον τραχύ κορμό της ελιάς. Βρισκόταν σε ένα μικρό ύψωμα, δίπλα στον χωμάτινο δρόμο. Στον ίσκιο που του χάριζε το υπεραιωνόβιο δέντρο κοιτούσε συνοφρυωμένο μακριά και περίμενε το γνώριμο αυτοκίνητο να φανεί από λεπτό σε λεπτό με τη λευκή λαμαρίνα του να αστράφτει στο μεσημεριανό ήλιο.

Δεν περνούσε πολλές μέρες του καλοκαιριού στο χωριό. Αλλά όσο ήταν εκεί, παρακαλούσε κάθε πρωί με όλη του την ψυχή να περάσει η θεία Στέλλα απ' το σπίτι τους και να τον φωνάξει για να πάει μαζί με τα ξαδέρφια του στην θάλασσα. Ο μικρός παρατούσε μέχρι και την αγαπημένη του σφεντόνα, αυτή που είχε φτιάξει ο πατέρας για κείνον κι αμέσως ήταν έτοιμος για τη βόλτα που γέμιζε την παιδική ψυχή του. Ανυπομονούσε για την παραλία, όπου θα βρισκόταν σε λίγο, μαζί με τον Άγη και τον Κώστα. Ήταν αρκετά μεγαλύτεροι από αυτόν, όμως πρόσεχαν πολύ τον μικρό τους ξάδερφο και τον έπαιζαν πάντα. Τόσο γλυκιά προσμονή τον έκαιγε εκεί, καθισμένο στις ρίζες της ελιάς. Όπου να 'ναι θα φανούν!

Πρόλαβε να δει μπροστά του το μικρό αγόρι που υπήρξε κάποτε να σηκώνεται και να κάνει λίγα βήματα πλησιάζοντας στον δρόμο. Φορούσε το ανοιχτόχρωμο φανελάκι που του άρεσε και ένα κοντό παντελονάκι που στέγνωνε γρήγορα μετά το μπάνιο. Τα μάτια του φλογισμένα από ενθουσιασμό για την αγαπημένη εκδρομή στην θάλασσα, ακολούθησαν το λευκό όχημα που σταμάτησε μπροστά του.
Στο πρόσωπό του ένα καθαρό χαμόγελο. Ένιωθε τόσο ευτυχισμένος!

*

Λέξεις εκτοξεύονταν γρήγορα. «Πατέρα! Το ήξερα ότι θα σε έβρισκα εδώ! Το ήξερα!... Πώς είσαι, πατέρα; Ε; Δεν κάθεσαι άνετα εδώ, κάτσε να σε σηκώσω να κάτσεις λίγο παραπέρα... Με ανησύχησες! Αμάν ρε πατέρα, πώς σου ήρθε τώρα να έρθεις εδώ πέρα;»
Καθώς δεν πήρε απάντηση, η γυναίκα συνέχισε να μονολογεί. «Ευτυχώς που συνάντησα εκείνον τον Αλέξη και μου είπε πως σε είδε να περπατάς μόνος το πρωί. Του είπες: Οι στιγμές ευτυχίας που ζεις, γιέ μου, δεν είναι πολλές. Κάθε άνθρωπος πρέπει να ζει μέχρι το τέλος μέσα στις ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του. Το ήξερα λοιπόν ότι θα ήσουν εδώ!»
Το χαμόγελό της σβήστηκε αμέσως. «Πόσες φορές μου είχες μιλήσει για αυτά που έζησες εδώ, παιδάκι ακόμη, κάτω απ' αυτή την ελιά, πριν τους χάσεις όλους...» Έκλεισε λίγο τα βλέφαρα. «Αχ, πατέρα, δύσκολα χρόνια ήρθαν μετά, ε;»
Ο γέρος έβηξε, έστρεψε το τσαλακωμένο από ρυτίδες πρόσωπο, κάτι σαν χαμόγελο σχηματίστηκε πάνω του σχεδόν παιδιάστικα και ανοιγόκλεισε το στόμα βγάζοντας έναν ψίθυρο. Η γυναίκα έσκυψε πλάι του.

«Τι; Τι λες πατέρα; Δε σ' άκουσα».

Χαμηλόφωνα, σχεδόν ανεπαίσθητα, εκείνος είπε:

«Όπου να' ναι... θα φανούν!»

Δεν άργησε πράγματι να ακουστεί το ασθενοφόρο, που γκάζωνε στον δρόμο από κάτω τους. Λευκή λαμαρίνα, άστραφτε στον ήλιο.

Η θάλασσα τον περίμενε. Είχε φορέσει ξανά τα καλά της κι εκείνο το χρυσό πέπλο που της χάριζε ο πρωινός ήλιος του Αυγούστου.

 

 

Για σένα μόνο, Μ.Ι.Π.
και, μέσα από σένα, στον Γιώργο Π.

 

 

 

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 31 Μάι 2010 04:51 μμ

BROTHER

fovos

Γύρισα στη φιλόξενη Lifoland εξ αφορμής του κειμένου του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου "Ο φόβος τρώει τα σωθικά". Αντί οποιουδήποτε άλλου σχολίου, θέλω να εστιάσω σε μια λεπτομέρεια: τη μάρκα της μηχανής που βρίσκεται στο κάτω μέρος, ανάμεσα στον ελεγκτή αστυνομικό και τον έντρομο μετανάστη.

"Brother"

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ   ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ   ΚΟΙΝΩΝΙΑ  
 
Τετ, 18 Φεβ 2009 08:01 μμ

ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΕΣ ΑΠΩΛΕΙΕΣ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ο πόλεμος που συνεχιζόταν για πολλή ώρα είχε μετατρέψει το σαλόνι του σπιτιού σε απαγορευμένη ζώνη. Όσο μαινόταν η σύγκρουση των γονέων, ο Αλέξης για άλλη μια φορά επιβεβαίωνε νοερά τα στάδια, από τα οποία διέρχονταν οι μάχες τους. Πρώτα μια ασήμαντη αφορμή, μετά μια έκρηξη του πατέρα, ακολουθούσε η αντίδραση της μητέρας που ήταν συνήθως ήρεμη και γινόταν ολοένα εντονότερη. Η κλιμάκωση αναμενόμενη. Ώσπου κάποια στιγμή οι δυο πλευρές είχαν καταθέσει πια όλα τους τα όπλα («την εκδρομή στο Καρπενήσι ξέχνα την! Εγώ μαζί σου δεν ξαναπάω πουθενά!»), είχαν εξαντλήσει τους όποιους στρατηγικούς ελιγμούς («θα πάω στην Ελένη, έπρεπε βασικά να είχα πάει ήδη, δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα...»), καθώς και τις γνωστές τεχνικές αντεπίθεσης («ε, φύγε λοιπόν! Τι κάθεσαι;»). Μέχρι να συμβεί όμως αυτό και να αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης ελαφρά τραυματίες στην ψυχή, ο Αλέξης, που φορούσε τώρα μια γαλάζια πιτζάμα - παραλλαγή και ήταν έτσι τέλεια καμουφλαρισμένος σαν υπνοβάτης, διέσχισε το χολ βαριεστημένα και πέρασε στο ασφαλές καταφύγιο της κουζίνας. Αποκλείεται να τον πετύχαινε κάποια αδέσποτη εκεί που ήταν κρυμμένος.

Όμως τέτοιες αλλεπάλληλες διενέξεις, σαν αυτές που παραδόξως αποτελούσαν πια απαραίτητη καθημερινή εκτόνωση για τους δικούς του, μπορεί να έχουν παράπλευρες απώλειες. Υπάρχουν κι εκείνοι που, παρ' ό,τι είναι βαθιά χωμένοι μέσα στο κρησφύγετο του εαυτού τους για να μην τους βρουν τα σκάγια, εντούτοις δεν βγαίνουν τελικά αλώβητοι. Υπάρχουν κι αθώα θύματα.

Η μητέρα του μπήκε στην κουζίνα με το γνώριμο αφηρημένο ύφος, που πρόδιδε πάντα ότι την προβλημάτιζε κάτι έντονα. Είτε αυτό ήταν πώς θα πετύχει το αγαπημένο της παστίτσιο είτε -όπως τώρα- πώς θα βάλει στη θέση του τον αχάριστο τον άντρα της.

«Καλά, δεν έχετε βαρεθεί ακόμη εσύ κι ο μπαμπάς;»

«Πείνασα... Εσύ έφαγες τίποτα;»

Το ρήμα «πεινάω», σε όλα τα πρόσωπα και όλους τους χρόνους, ήταν πάντα η εύκολη διέξοδος της Στέλλας. Από τότε που έγινε μάνα - τροφός όλα τα υπόλοιπα υποχωρούσαν ως δια μαγείας μπροστά στο φαΐ. Το μαγείρεμα έγινε πάθος. Όταν κάποια πάθη ατονούν με τον καιρό, καταχωνιασμένα βαθιά κάτω από τις ανάγκες, κάποια άλλα ανεβαίνουν στην επιφάνεια και μεταμορφώνουν το «κορίτσι πετσί και κόκαλο» σε «μάνα χοντρή και φρόκαλο» (αυτό ήταν το ομοιοκατάληκτο πείραγμα του πατέρα. Πάντα ο ίδιος ξεκαρδιζόταν περήφανος για την ατάκα του και φρόντιζε μάλιστα να τη διατηρεί αξέχαστη, επαναλαμβάνοντάς τη με κάθε ευκαιρία).

«Πάλι πείνασες ρε μαμά; Αμάν! Κάποτε ήσουν πετσί και κόκαλο...»

«Αυτές οι αηδίες του πατέρα σου... Θα του πω την άλλη φορά ότι αυτός έχει χοντρύνει στη συμπεριφορά! Κατάλαβες; Και ‘φρόκαλο' να πει τη μούρη του!»

«Οκέι, την κάνω. Έχετε όρεξη πάλι εσείς...»

«Πού πας; Δεν πιστεύω να πιάσεις πάλι το κομπιούτερ με τις πολεμικές χαζομάρες, ως συνήθως; Τι βρίσκεις παιδί μου σ' εκείνο το παιχνίδι - πώς το λένε - που πυροβολάς τους πάντες και πετάγονται αίματα παντού και...»

Ο Αλέξης είχε ήδη απομακρυνθεί και είχε κλείσει την πόρτα του δωματίου του, πριν ολοκληρώσει η μητέρα του το μαγνητοφωνημένο λογύδριο της γκρίνιας.

Τουλάχιστον ο δικός του ηλεκτρονικός πόλεμος δεν είχε ζωντανές παράπλευρες απώλειες.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 9 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 12 Φεβ 2009 05:14 μμ

ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Ναι, έχετε δίκιο. Δεν γράφω συχνά πια και λυπάμαι γι' αυτό. Ελπίζω να επανορθώσω σύντομα. Πάντως είμαι ακόμη εδώ.

Εν τη απουσία μου θέλω μόνο να μοιραστώ κάτι μαζί σας. Πριν λίγο πληροφορήθηκα την διάκριση ενός διηγήματός μου σε πανελλήνιο λογοτεχνικό διαγωνισμό. Το διήγημα αυτό, όπως και πολλά άλλα, στ' αλήθεια δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε αυτή εδώ η ταπεινή γωνιά μου, το παρόν μπλογκ, όπου καταθέτω κρυφά και ψευδώνυμα την αλήθεια μου. Δεν θα υπήρχε, αν δεν υπήρχατε εσείς να με ενθαρρύνετε. Αυτό μόνο ήθελα να σας πω. Πολλοί είστε σπουδαίοι γιατί γράφετε τόσο όμορφα, ενώ κάποιοι από εσάς μου έδωσαν την δύναμη να προχωρήσω. Ευχαριστώ. Η μικρή αυτή νίκη είναι και δική σας.

Όπως είναι και όλων όσοι με πίστεψαν, χωρίς να λυγίσουν ή να απομακρυνθούν στην πορεία. Που κράτησαν το κερί αναμμένο.

Επειδή το ποστ αυτό είναι πολύ προσωπικό και δεν έχει κανένα άλλο σκοπό παρά να εκφράσει ευγνωμοσύνη, κλείνω για πρώτη φορά τα σχόλια. Ελπίζω να κατανοείτε τους λόγους.

 

Χ.Κ., δεν θα ήταν υπέροχο αυτές τις χαρές να τις μοιραζόμασταν;
Α.Σ., συνεχίζω...
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 12 Ιαν 2009 07:59 μμ

ΜΕΛΙΣΣΕΣ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Το παράθυρο είναι κλειστό. Όσο κι αν η μικρή μέλισσα προσπαθεί να μπει μέσα, το τζάμι την εμποδίζει. Εκείνος κολλά τον αντίχειρά του στο τζάμι και το έντομo πετά αμέσως προς το μέρος του απ' την άλλη πλευρά. Κάνει ένα κύκλο γύρω από το δάχτυλό του και φεύγει μακριά. Πάει να πιει από τις μαργαρίτες, όπως του είχε πει η δασκάλα. Χαμογελά και κλείνει τα μάτια. Γυροφέρνουν όλων των ειδών τα λουλούδια οι μέλισσες και τις ζήλευε πολύ που μπορούν να πετούν ανάμεσα σε πολύχρωμα λιβάδια και ολάνθιστους κήπους. Έμαθε όμως χτες ότι οι μέλισσες δεν μπορούν να δουν τα χρώματα του κόσμου μας, όπως τα βλέπουν οι άνθρωποι. Τι κρίμα, σκέφτηκε. Ζουν μέσα στις μαργαρίτες, τα χρυσάνθεμα και τις παπαρούνες, αλλά διακρίνουν μονάχα αποχρώσεις του γκρι.

Περιμένει την μαμά να έρθει από την δουλειά. Θα έρθει να τον πάρει να φάνε ο,τι έχει φτιάξει ειδικά για εκείνον και μετά - του έχει υποσχεθεί - θα πάνε για λουκουμάδες, που τους λατρεύει. Μπορεί μάλιστα να σκέφτεται για πολλή ώρα το αγαπημένο του γλυκό, που απολαμβάνει κάθε Παρασκευή απόγευμα. Σκέφτεται το μέλι, με το οποίο θα τους περιλούσει κι αυτό θα κυλά έως κάτω να βρει την κανέλα του πιάτου. Θα πει στη μαμά όσα έκαναν σήμερα με τα άλλα παιδιά. Θα της χαρίσει την ζωγραφιά του, έχει φτιάξει εκείνη μαζί του μπροστά στο σπίτι τους. Της έχει κι έκπληξη. Έχει βάλει πιο έντον κίτρινο χρώμα στα μαλλιά της, το καλοκαίρι ξανθαίνουν απ' τον ήλιο.

Από μέσα ακούει την Στέλλα, την κοπέλα που τους προσέχει κάθε μέρα, να μιλά στο τηλέφωνο. Νομίζει φαίνεται ότι δεν την ακούν κι από χτες μιλά περισσότερη ώρα. Εκείνος πέρασε από το δωμάτιό της πριν λίγο και η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Την άκουσε να μιλά έντονα, να λέει χαμηλόφωνα: «Όχι, σου λέω! Μη με ξαναενοχλήσεις!», ανάμεσα σε άλλα που δεν θυμάται. Γιατί να τον μαλώνει, αναρωτήθηκε, μπορεί να τον κάνει να κλάψει (όπως ο φίλος του, ο Στέφανος, που τρομάζει εύκολα και κλαίει πολύ). Αφού κατέβασε το κινητό της από το αυτί, την παρατήρησε να καλύπτει το στόμα της με την παλάμη του χεριού και να κοιτά το τηλέφωνο ακίνητη για κάμποση ώρα. Μάλλον θα την μάλωσαν κι εκείνη, υπέθεσε, γιατί δεν καταλάβαινε. Δεν μπορεί να μιλήσει και, αν προσπαθούσε να το κάνει, η φωνή που θα έβγαινε από μέσα του, θα μπορούσε να την τρομάξει. Μπήκε όμως στο δωμάτιο και την έπιασε απ' το χέρι. Την οδήγησε στο παράθυρο, να δούν μαζί τον ήλιο που έλαμπε ανάμεσα στα σύννεφα. Είχαν τόσο εκπληκτικούς σχήματισμούς τα σύννεφα! Πήγε να της εξηγήσει τι σχημάτιζαν, αλλά όταν την είδε να σκύβει το κεφάλι, έγραψε πάνω στη σκόνη που είχε μαζευτεί στο πρεβάζι του παραθύρου το πρώτο γράμμα απ' το όνομά της και της χαμογέλασε πλατιά. Του αρέσει να γράφει πάνω στη σκόνη και να βρίσκει την άλλη μέρα σβησμένο ο,τι είχε γράψει. Τα μόρια της σκόνης σηκώθηκαν κι έλαμψαν στο φως του ήλιου. Είχαν κάτι τόσο όμορφο οι μικρές αυτές λάμψεις που χόρευαν μπροστά του. Είχαν νόημα.

Σε λίγο θα έρθει η μαμά και πρέπει αν πάει να ετοιμαστεί. Θα πάνε βόλτα στο κέντρο, όπου οι άνθρωποι και τα αυτοκίνητα κινούνται πυρετωδώς και αδιάκοπα, σαν ένα τεράστιο μελίσσι. Να μην ξεχάσει να πει στη Στέλλα ότι πρέπει να χαμογελά περισσότερο με το φως, την σκόνη και τους λουκουμάδες, αλλιώς θα ζει όπως οι μέλισσες που, ενώ τα ωραιότερα λουλούδια είναι παντού γύρω τους, εκείνες αδυνατούν να δουν το θαύμα.

 

 

 

Είχα φτάσει στο στρατόπεδο και βαριόμουν αφόρητα την καινούργια μέρα που ξεκινούσε. Τι κάνω εδώ πέρα; Δουλειά στο Επιτελείο, σκοπιά κάπου κάπου, τα ίδια ξανά και ξανά, ανελέητο χάσιμο χρόνου και η ζωή είχε παγώσει γύρω μου.

Έξω από το συρματόπλεγμα είναι σταματημένο ένα σχολικό. Ακούω μια φωνή περίεργη, ξένη με τον κόσμο. Γυρνώ προς τα εκεί. Βλέπω έναν νεαρό να τρέχει με σπασμωδικά, μικρά βήματα προς το λεωφορείο, τα χέρια του είναι σηκωμένα ψηλά, το χαμόγελο πλατύ στο πρόσωπό του. Παρατηρώ προσεκτικά το κίτρινο όχημα. «Κέντρο για άτομα με ειδικές ανάγκες...». Το παιδί ανεβαίνει στο λεωφορείο, τα άλλα παιδιά μέσα στο σχολικό ενθουσιάζονται που το βλέπουν, κάποια σηκώνονται για να τον αγκαλιάσουν και να τον υποδεχθούν με τον τρόπο τους. Ακούγονται τα γέλια τους που τώρα σμίγουν με τη φωνή του, το λεωφορείο πλημμυρίζει χαρά και αγάπη. Ο οδηγός φορά γυαλιά ηλίου και κάθεται μπροστά ανέκφραστος, τόσο παράταιρος μέσα στον ενθουσιασμό που δημιουργούν τα παιδιά, παράταιρος κι εγώ μέσα απ' το συρματόπλεγμα, όπως έχω απομείνει να κοιτάζω. Συνειδητοποιώ πόσο μίζερους και θλιβερούς θα μας έβρισκαν τα παιδιά αυτά τον οδηγό αλλά κι εμένα, αν με έβλεπαν. Άλλη μια μέρα ξεκίνησε γι' αυτά τα ευλογημένα πλάσματα, μια καινούργια, διαφορετική πρόκληση, μια ακόμη ευτυχής συγκυρία στη ζωή· άλλη μια μέρα και για μένα και τον οδηγό, άλλη μια ίδια, ανιαρή μέρα. Το σχολικό ξεκινά κάπως απρόθυμα μέσα στην πρωινή ψύχρα.
Μη φεύγετε! Φωτίστε με λίγο ακόμη, το έχω ανάγκη. Βλέπετε τόσα πολλά που εγώ δεν βλέπω. Ποτέ δεν θα τα δω, γαμώτο...

[Στον κύριο Μ. και την κυρία Μ.]

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 15 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 01 Δεκ 2008 08:37 μμ

THE GODFATHER

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Είναι όμορφα στην Ελλάδα. Είναι όντως wonderful η Greece. Εκεί που νομίζεις πως όλα τα' χεις δει (κι αν δεν έχεις δει κάτι ιδίοις όμμασι, το έχει καταγράψει κάποια τηλεοπτική κάμερα) ξεμυτίζει ένας ρασοφόρος business-man με όνομα ιντριγκαδόρικο, που - ίσως λόγω κάποιας μύχιας διαστροφής - μου θυμίζει αθάνατο Λιακόπουλο (πρβλ. Νεφελίμ, Ελοχίμ και Σία), να ταράξει τα νερά. Όχι ότι τα νερά ήταν ποτέ ήρεμα. Όχι, συμφωνώ. Αλλά μην παρεκκλίνουμε. Γιατί μια Μονή έχει off-shores και παίζει τα χρήματά της στα Χρηματιστήρια ανά την υφήλιο; Γιατί η Μονή προσκύνησε το... Μoney; Τι ρόλο έχουν παίξει οι υπεύθυνοι (κατ' ευφημισμόν, αφού δεν υπήρξαν ποτέ υπεύθυνοι) υπουργοί (κατ' ευφημισμόν, αφού δεν είναι υπουργοί δηλ. υπηρέτες); Σε τέτοια και πολλά περισσότερα ερωτήματα θα απαντήσει η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής.

Διερευνά και θα αποφανθεί.

Μάλλον διερευνά πώς θα καλύψει τα προκύπτοντα στοιχεία που είναι ούτως ή άλλως αδιάσειστα. Ο λαός (πάντα ήθελα κι εγώ να μιλήσω κάποτε εξ ονόματός του) ξέρει για ποιο λόγο συγκροτούνται τελικά οι επιτροπές αυτές. Για να κουκουλώσουν, να κωλυσιεργήσουν, να ρίξουν στάχτη στα μάτια μας. Για να σπεύδουν να τις συγκροτούν δε πάντα οι πολιτικοί, κάτι θα καταφέρνουν κι αυτές. Λογικό, εφ' όσον στη χώρα μας η μνήμη είναι υπερβολικά (και... βολικά) αδύναμη, τα αδικήματα παραγράφονται αμέσως μόλις διαπιστωθούν, οι ένοχοι αναβαπτίζονται μετά από λίγο με κάποιο θαυματουργικό τρόπο και παραδίδονται σύντομα πάλλευκοι και άμωμοι στην δημοσιότητα, θρασύτατοι τιμητές τώρα οι ίδιοι.

Πολλές φορές τελευταία σκέφτομαι πώς ακριβώς τα βλέπουν όλα αυτά τα παιδιά σήμερα. Μάλλον η επόμενη δεκαετία - turning point, που με ζυγώνει, κάνει την απόσταση από τα παιδιά ολοένα να μακραίνει - ερήμην μου. Ανάμεσα στα SMS και στα e-mails που γράφουν πυρετωδώς, τι είδους απόκρυφα data ανταλλάσσουν κι επικοινωνούν; Ποια άποψη σχηματίζουν για όλα τα μαύρα της πραγματικότητας και πώς φαντάζονται το αύριο; Τώρα που τα άγρια «παρά» ενέσκηψαν, όπως αποδεικνύεται, αδυσώπητα σε πολιτική, παιδεία, δικαιοσύνη, εκκλησία και τα αλλοίωσαν πλήρως: παραπολιτικά κέντρα, παρακράτος, παραπαιδεία, παραδικαστικά - παραεκκλησιαστικά κυκλώματα. Τώρα που δεν αντέχουν πια χαζά παραμύθια, άλλα ούτε και κούφιες παραμυθίες. Τώρα που όλα έχουν σε μεγάλο μέρος τους ξηλωθεί κι αφήνουν γυμνό το σώμα μιας κοινωνίας ανήμπορης, πού αποτείνονται και που προσβλέπουν; Ας είναι, λέει μια φωνή. Τα παιδιά βλέπουν την αλήθεια πια και ως γνωστόν αυτή παρουσιάζεται πάντα γυμνή και σοκαριστική. Θα ντύσουν την κοινωνία εκείνα, θα φτιάξουν ενδύματα με αργαλειό τους τη δημιουργία και νήμα τους την φαντασία. Γιατί ανάμεσα στα bits και bites ταξιδεύει και η ελπίδα· στον αέρα μαζί με τα κύματα bluetooth μεταφέρεται μια θλίψη για τα συμβαίνοντα και μια απογοήτευση που θα μορφοποιήσει την νέα, διαφορετική κοινωνία κομμάτι-κομμάτι. Ή μάλλον pixel-pixel.

 

Α, ο τίτλος! Γράφοντας, άκουσα από ρεπορτάζ να φωναζουν οι δημοσιογράφοι τον Εφραίμ για ερωτήσεις: «Πάτερ! Πάτερ!». Θυμήθηκα τον πρωτότυπο τίτλο της θρυλικής κινηματογραφικής τριλογίας του Νονού.
Το δήλωσα πιο πάνω, είμαι διεστραμμένος. Αμαρτίαν ουκ έχω.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 10 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 04 Οκτ 2008 01:39 μμ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Στο όνειρο, γύρισα το κεφάλι να την κοιτάξω που είχε αποκοιμηθεί γλυκά στην θέση του συνοδηγού.
«Φτάσαμε σχεδόν...», της είπα χαμηλόφωνα.
Το φως του ήλιου απλωνόταν παντού. Η γνώριμη θάλασσα, όχι τόσο μακριά μας πια, μας καρτερούσε γαλήνια.

Κοιμόμουν βαθιά. Ανοίγω τα μάτια αργά, απρόθυμα. Το γνώριμο τοπίο προσφέρει μιαν αίσθηση αληθινής πληρότητας.

Κάθομαι στην μικρή ξύλινη βεράντα του εξοχικού, του σπιτιού μας που βρίσκεται λίγο έξω απ' το χωριό, πάνω στην θάλασσα. Οι σανίδες του πατώματος τρίζουν σε κάθε βήμα. Θυμάμαι τον παππού που τις κάρφωσε μία-μία όταν ήμουν τόσο δα παιδάκι. Παρατηρούσα προσεκτικά τα δυνατά χέρια του να κινούνται συντονισμένα, ενώ κάπου - κάπου εκείνος στρεφόταν σ' εμένα και μου χαμογελούσε. Θυμάμαι το χαμόγελό του με κάθε λεπτομέρεια: Τις ρυτίδες στο μέτωπό του που τότε βάθαιναν, τα μάτια που μίκραιναν πίσω απ' τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά. Μετά, τα μεσημέρια, καθόμουν κι αγνάντευα από εκεί την θάλασσα, ώσπου τα μάτια μου δεν άντεχαν τη αντηλιά, και καθισμένος στην καρέκλα έσκυβα μπροστά, δίπλωνα τα χέρια και ακουμπούσα το κεφάλι να κλείσω τα βλέφαρα. Η τελευταία εικόνα πριν με πάρει ο ύπνος ήταν πάντα η ίδια, πάντα υπέροχη: Η θάλασσα, μόλις λίγα μέτρα μακριά μου, απέραντη, εκθαμβωτική, ντυμένη με το ολόχρυσο πέπλο του αυγουστιάτικου μεσημεριάτικου ήλιου.

Στο όνειρο ήμουν ξαπλωμένος κι άκουσα τον εαυτό μου να ρωτά «Θάνο... Πού είναι η Σοφία; Είναι καλά;»
Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Κάτι πήγε να πει, αλλά δεν το είπε. Μου κρατούσε συνεχώς σφιχτά το χέρι.

Έχω πολύ καιρό να έρθω στο σπίτι αυτό, που τόσο αγαπώ από μικρό παιδί. Η αμμουδιά φτάνει σχεδόν στα μικρά σκαλάκια της βεράντας μας. Θυμάμαι που κάθε πρωί άκουγα το αυτοκίνητο του θείου να πλησιάζει από τον χωμάτινο δρόμο στην πίσω πλευρά του σπιτιού και αγωνιούσα τι παιχνίδια θα σκαρώναμε με τα ξαδέρφια μου στην παραλία. Όταν ανέβαινα πάνω στα μικρά κάγκελα που είχε τοποθετήσει ο παππούς ολόγυρα, μπορούσα να δω το παλιό Κορόλα του θείου να σταματά πίσω από το σπίτι, την λευκή λαμαρίνα του να αστράφτει στο φως του ήλιου. Οι πίσω πόρτες άνοιγαν τότε μεμιάς και ο Θάνος, ο ξάδερφος που αγαπούσα τόσο, πεταγόταν έξω να με συναντήσει, να τρέξουμε μαζί στην ακροθαλασσιά, να φτιάξουμε σχέδια στην υγρή άμμο και να βουτήξουμε στην δροσερή αγκαλιά της θάλασσας· να αισθανθούμε έτσι ξανά «όπως οι διαστημάνθρωποι» επιπλέοντας στα κρυστάλλινο νερά με χέρια, πόδια τεντωμένα και μάτια κλειστά πίσω από τις μάσκες μας. Έτσι αφηνόμασταν να παρασυρθούμε από τα ρεύματα, όπως οι αστροναύτες ταξίδευαν στο διάστημα απελευθερωμένοι από την βαρύτητα. Κάπου κάπου κάναμε και μακροβούτια να εξερευνήσουμε τον βυθό, μήπως βρούμε κάποιον αχινό να τον δείξουμε κατόπιν στην γιαγιά κι εκείνη να μας κοιτάξει με την ίδια πάντα έκπληξη στο βλέμμα.

Ονειρεύτηκα ότι έσκυψε πάνω απ' το κρεβάτι μου κι εγώ του ψιθύρισα στο αυτί «Βουτάω στην θάλασσα τώρα, Θάνο...». Δεν ένιωθα τα πόδια μου, αλλά τέντωσα όσο μπορούσα τα χέρια. Πάνω στο λευκό κρεβάτι δεν είχα μάσκα θαλάσσης, όπως τότε, μάσκα οξυγόνου φορούσα τώρα. «Να, κοίτα, όπως οι διαστημάνθρωποι...!»
Έκλεισα τα μάτια.

Ευτυχία αληθινή προσέφερε εκείνο το εξοχικό. Τώρα το βλέπω καθαρά, τα χρόνια που πέρασαν εν τω μεταξύ γοργά και ανελέητα, όξυναν την όραση της ψυχής. Ευτυχία φτιαγμένη μόνο από θάλασσα και άμμο, ευτυχία που περίμενε να ανοιχτώ στο πέλαγος της ενήλικης ζωής, για να επιστρέψω στην αγκαλιά της μετανιωμένος.

Είμαι εδώ ξανά, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στην βεράντα εκείνη που θυμάμαι σπιθαμή προς σπιθαμή, μπροστά στην παραλία των παιδικών μου χρόνων. Χρόνια μετά. Συλλογίζομαι πόσα μεσολάβησαν από τότε. Το αεράκι με χαϊδεύει, η θάλασσα μουρμουράει καλώντας με στην αγκαλιά της, η αμμουδιά λάμπει ως τα πεύκα πέρα μακριά, τίποτα δεν έχει σημασία από όσα έχουν ήδη παρέλθει. Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ πότε έφτασα εδώ στο εξοχικό μας, πώς οι υποχρεώσεις μου παραμερίστηκαν ως δια μαγείας μπροστά στην αδήριτη ανάγκη να επιστρέψω στο μέρος της νοσταλγίας. Χαμογελώ. Στο βάθος κοιτάζω την Σοφία να περπατά ανέμελα κατά μήκος της ακροθαλασσιάς, κρατώντας στο χέρι ένα ζευγάρι σανδάλια. Τα μαλλιά της χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου. Πού και πού σταματά και σκύβει, μαζεύει βότσαλα μάλλον, ξέρω πόσο της αρέσει αυτό. Συνειδητοποιώ ξανά ότι την αγαπώ με μια δύναμη, λες, πέρα από τα ανθρώπινα, με αίσθημα υπερβατικό, που δεν μπορεί να συγκρατηθεί πια εντός μου κι έτσι εκλύεται φέρνοντας δάκρυα στα μάτια.

Τα βράδια μόνο έρχονταν τα όνειρα να με μετφέρουν παρά τη θέλησή μου σε έναν παράλληλο κόσμο. Έβλεπα εδώ και καιρό (πόσο αλήθεια;) εικόνες αλλόκοτες. Στην αρχή μόνο ένα δωμάτιο που έμοιαζε γνωστό, αλλά δεν ήταν. Μετά έβλεπα μπροστά μου μιαν εικόνα φωτεινή και αδιόρατη, πάνω από λευκά σεντόνια... Μετά από καιρό κατάλαβα ότι ήταν η θάλασσα του εξοχικού, όπως την έβλεπα πάντα από ψηλά, όταν πηγαίναμε εκεί τα καλοκαίρια. Όπως κατεβαίναμε από το βουνό ταξιδεύοντας με το παλιό αμάξι που οδηγούσε πάντα ο πατέρας, αμέσως μετά την μεγάλη εκείνη στροφή λίγο πάνω από την παραλία όπου ήταν το σπίτι, έβγαζα το κεφάλι έξω απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου και εκείνη με καλωσόριζε χρυσή και γαλάζια. Εκείνη την ημέρα είχα δει για πρώτη φορά και πρόσωπα οικεία, η μητέρα δίπλα μου, νομίζω διέκρινα κάποτε και την Σταυρούλα, την καλή φίλη της Σοφίας. Κι άλλοι, ο Θάνος λίγο πιο μακριά, σαν κάτι να μου έλεγε...

Η Σοφία είχε ήδη φτάσει στην βεράντα δίπλα μου. Με αγγίζει στο πρόσωπο, με φιλά και με ρωτά: «Τι έχεις; Πάλι το όνειρο ε;» Γνέφω καταφατικά και λέω «θα μου περάσει. Κανένα όνειρο δεν θα αφήσω να χαλάσει αυτό που ζω εδώ, τώρα... μαζί σου». Εκείνη μου πιάνει το χέρι κοιτάζοντάς με στα μάτια. «Τίποτα απ' όσα ζήσαμεόνειρο εδώ, τώρα... μαζί σου». Σκέφτομαι πόσο χαριτωμένα αντέστρεψε την δική μου φράση, πώς την έκανε όμορφη. Αποκοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι.

***

Ξυπνώ ταραγμένος, λουσμένος στον ιδρώτα. Εκείνη κοιμάται ακόμη δίπλα μου. Σηκώνομαι χωρίς να την ενοχλήσω. Αυτός ήταν ο χειρότερος εφιάλτης που έχω δει: Η θάλασσα ήταν πάλι, από ψηλά να αντανακλά το καλοκαιρινό φως, να το απλώνει παντού. Αυτή τη φορά το είδα όμως καθαρά. Ήταν ο δρόμος που κατεβαίναμε για να φτάσουμε στο εξοχικό. Ήμασταν οι δυο μας στο αυτοκίνητο και η άσφαλτος γυάλιζε. Η άσφαλτος... Τότε θυμήθηκα. Έκανα να μπω στο σπίτι και τότε πρόσεξα τρίξιμο των σανίδων ξανά. Πώς το είχα ξεχάσει; Αφού είχα πια μεγαλώσει, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του παππού, ο πατέρας αποφάσισε να στρώσει την βεράντα με καινούργια επένδυση. Οι μάστορες έφεραν πλατιά, λευκά κομμάτια ξύλου και τα τοποθέτησαν πάνω από τις παλιές σανίδες του παππού. Δεν έτριζε πια το πάτωμα, δεν θύμιζε το χαμόγελο του παππού καθώς το έφτιαχνε. Οι παλιές σανίδες...

Σηκώνω την κουρτίνα του παραθύρου. Ο χωματόδρομος στην πίσω πλευρά του σπιτιού απ' όπου ερχόμασταν, είναι όπως τον θυμόμουν: πλατύς και τραχύς. Ο δρόμος που ξέρω από καιρό τώρα ότι έχει πια ασφαλτοστρωθεί. Που ξέρω ότι δεν είναι πια χωμάτινος.

Βγαίνω αμέσως έξω και περπατώ πάνω στον δρόμο. Το σκληρό έδαφος (μα τι συμβαίνει;), τώρα με τρομάζει... Ακολουθώ σαν χαμένος την ανηφόρα. Φτάνω στην στροφή και ατενίζω ξανά την θάλασσα όπως την έβλεπα κάθε φορά που πηγαίναμε στο σπίτι... Χρυσή, γαλάζια, απέραντη. Θυμάμαι αίφνης ότι στο όνειρο η άσφαλτος ήταν εκεί, όταν γύρισα να δω την Σοφία που κοιμόταν σαν άγγελος δίπλα μου... Προχωρώ ανεβαίνοντας. Στην άκρη του δρόμου ένα λευκό εικονοστάσι. Πλησιάζω, κάποια λουλούδια είναι μέσα που δείχνουν να ασφυκτιούν, το καντήλι καίει πίσω από το μικρό τζάμι δίπλα σε ένα εικόνισμα. Δεν χρειαζόταν να σκύψω να δω καλύτερα.. Μια φωτογραφία στο βάθος είχε απαθανατίσει δυο ανθρώπους που χαμογελούσαν αγκαλιασμένοι.

Ήταν η Σοφία κι εγώ.

«...Φτάσαμε;» Άνοιξε τα μάτια της και στήριξε το ένα πόδι στην κονσόλα του αυτοκινήτου.
«Πρόσεξε!», μου φώναξε ξαφνικά έντρομη.
Πάνω στο οδόστρωμα πρόλαβα να δω το αυτοκίνητο που ορμούσε καταπάνω μας από το αντίθετο ρεύμα, μια σκιά παράταιρη μέσα στο διάχυτο φως.

Γυρίζω στην βεράντα. Νιώθω ότι τώρα μόλις ξυπνώ από ένα όνειρο. Εκείνη έχει ξυπνήσει. Έρχεται κοντά μου.

«Το είδες; Τελείωσε ο εφιάλτης τώρα».

Γέρνω το κεφάλι. Με χαϊδεύει στο πρόσωπο. Είμαι σαστισμένος αλλά ήρεμος.

«Τι...; Δεν καταλαβαίνω... Όνειρο είναι τώρα αυτό;»

«Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε. Νιώθουμε...» Μικρή σιωπή. Η θάλασσα ακούγεται μόνο και κάποια τζιτζίκια την εγκωμιάζουν με τον δικό τους θορυβώδη τρόπο. «Στην έξοδο, κάθε άνθρωπος ζει μέσα στις ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του».

«Έξοδο; Ώστε τελείωσε;... Εσύ... πώς κι είσαι εδώ;»

«Δεν τελείωσε, τώρα αρχίζει. Είμαι εδώ, για να σε βοηθήσω καθώς αποκαλύπτεται η αλήθεια.»

«Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά; Είναι ένα ψέμα;»

«Όσο αλήθεια ήταν όλα. Όσο ψέμα ήταν όλα».

«Μα... θέλω να ζήσουμε έτσι μαζί, να ζήσουμε στην πραγματικότητα».

«Πώς ξέρεις ότι δεν ζούμε τώρα μόλις πραγματικά; Ότι δεν ξυπνήσαμε μόλις από το όνειρο

«...Δεν το ξέρω»

«Ούτε κι εγώ. Ξέρω μόνο ότι είμαστε εδώ, τώρα. Αυτό μετράει».

Στρέφω το βλέμμα.

«Είναι όλα τόσο όμορφα εδώ, που δεν θα μπορούσα να ξαναγυρίσω πίσω»

Εκείνη, σαν να ήξερε ότι θα έλεγα κάτι τέτοιο, συγκατανεύει με ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο.

Ο ήλιος του μεσημεριού απλώνει το φως, ακριβώς όπως η αγάπη· με καίει, ακριβώς όπως ο πόνος που με συντρόφευσε έως το αγαπημένο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Πιανόμαστε χέρι-χέρι και προχωρούμε προς την αιώνια, απέραντη θάλασσα. Το απαλό κύμα φτάνει ως τα πόδια μας βελούδινο κι εξαγνιστικό.

 

 

 

Η στρατιωτική θητεία, που με έχει κρατήσει δυστυχώς μακριά από το blogging, με έχει προικίσει με αυτό το μεταλλικό ταμπελάκι, που τόσο κυνικά λέγεται Τ.Α.Π.: Ταυτότητα Αναγνώρισης Πτώματος - απότοκο των μακρινών καιρών που στρατός και συμμετοχή στον πόλεμο δεν ηταν έννοιες τελείως ασύμβατες. Το φοράω τώρα λόγω συνήθειας και το ακούω, καθώς κινούμαι, να παίζει με την αλυσίδα στον λαιμό μου, σαν να θέλει να μου θυμίσει ότι, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, δεν πρόκειται να αποφύγει την στιγμή που θα βρεθεί πάνω σε ένα λευκό κρεβάτι και θα είναι δυνατό να αναγνωριστεί μόνο μέσω κάποιας ταυτότητας. Θέλω να του θυμίσω ότι δεν χρειάζεται να προσπαθεί να την αποφύγει κανείς. Έχω μεγάλη περιέργεια τι θα δω όταν ξυπνήσω απ' το όνειρο. Ως τότε όμως, λέω να χαρώ το δώρο της ζωής, προσπαθώντας να βγάλω το περιτύλιγμά του και να παίξω μαζί του με ενθουσιασμό, όπως έκανα μικρός με όλα τα παιχνίδια μου.

Σας χαιρετώ, είμαι εδώ. Φιλιά.

 

Στην Α.: Schönes Leben noch!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 14 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 23 Ιούλ 2008 02:41 πμ

ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΟΥΣ ΤΑΦΟΥΣ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Πίσω από λευκή, μακριά γενειάδα και γυαλιά, κρυβόταν ο αμφιλεγόμενος Ράντοβαν Κάρατζιτς. Ο «ήρωας» και «αληθινός αγωνιστής» απ' τη μια, ο «στυγνός εγκληματίας» και «δράστης γενοκτονίας» απ' την άλλη. Πριν λίγο οι σερβικές αρχές ανακοίνωσαν την σύλληψη του επικηρυγμένου πρώην ηγέτη που σημάδεψε τα Βαλκάνια και την Ευρώπη ολόκληρη στο τέλος του προηγουμένου αιώνα.

Πίσω από μια πειστική μεταμφίεση κρυβόταν για δεκατρία χρόνια ένα από τα φαντάσματα της σύγχρονης ιστορίας.

Παραπέμπεται κι αυτός στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ακολουθώντας την πορεία του Μιλόσεβιτς. Το μέλλον του μοιάζει προδιαγεγραμμένο. Ο στρατηγός Μλάντιτς, θεωρώ, παίρνει σειρά.

Οι ομαδικοί τάφοι που είχαν σκαφτεί επί εποχής του Κάρατζιτς (όπως αυτός της φωτογραφίας πιο κάτω με θύματα πολλές χιλιάδες Μουσουλμάνων) έχουν έρθει εδώ και καιρό στο φως. Η νέα, "φιλοδυτική" πια κυβέρνηση της Σερβίας, της πατρίδας του που υποτίθεται ότι υπηρέτησε τότε ως ηγέτης, έσκαψε τώρα τον δικό του. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψει κανείς πως πάνω στο χώμα που θα σκεπάσει τον τάφο αυτό θα οικοδομηθεί η νέα Σερβία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(Φωτο: Reuters) 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 31 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 03 Ιούλ 2008 05:16 μμ

ΦΙΛΟΔΟΞΙΕΣ

«...Πρόκειται για τον διοικητή μου στον στρατό. Με στρατολόγησαν όταν ήμουν σε ηλικία 21-22 χρόνων. Μια μέρα, θυμάμαι, μου είπε ο διοικητής μου: "Μικρέ, όσο πλούσιος και αν γίνεις, πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο πλούσιος από εσένα. Οσο έξυπνος και αν γίνεις, πάντα θα υπάρχει κάποιος πιο έξυπνος από εσένα. Οση εξουσία κι αν αποκτήσεις, πάντα θα υπάρχει κάποιος με περισσότερη. Ξέχνα λοιπόν αυτές τις ανόητες φιλοδοξίες και κάνε αυτό που μπορείς και σου αρέσει, όπως μπορείς και όπως σου αρέσει"».

 

Πού ακούστηκε blogger που σέβεται τον εαυτό του να καθυστερεί τόσο να αναρτήσει ποστ; Αγαπητέ αναγνώστη, συγχώρα με. Για να σε εξευμενίσω σου έχω πιο κάτω ένα τραγούδι που δονεί όχι μόνο εμάς, αλλά, όπως έμαθα από το Editorial της πρόσφατης Lifo, συντονίζει μαγικά όλη την φωσφορίζουσα πίστα της ανατολικής Μεσογείου.

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 14 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 26 Ιούν 2008 08:26 μμ

ΣΤΟΝ ΡΥΘΜΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Πριν δύο χρόνια ο Ματ σκέφτηκε να απαθανατίσει τα υπέροχα μέρη που επισκεπτόταν σε βιντεάκι, ενώ εκείνος χόρευε με τον δικό του τρόπο. Το βίντεο που ονόμασε "Where the hell is Matt?" και ανέβασε στο YouTube συγκέντρωσε τότε εκατομμύρια επισκέψεις. Άνθρωποι απ' όλο τον κόσμο χαμογέλασαν πλατιά βλέποντας έναν τυχερό τύπο να απολαμβάνει την ομορφιά αυτού του πλανήτη κινούμενος στον δικό του, πηγαίο ρυθμό.

Παραθέτω πιο κάτω το πρόσφατο δεύτερο μέρος της προσπάθειάς του. Στα 50 δευτερόλεπτα από την έναρξη αυτού του βίντεο θα διαπιστώσετε ότι ο Ματ - χάρη στο μαγικό Ίντερνετ - δεν χορεύει πια σχεδόν πουθενά στον κόσμο μόνος. Σε κάθε τόπο κάποιος που τον είχε δει σε εκείνο τον πρώτο χορό του, τον συνοδεύει με ενθουσιασμό.

Σας αφιερώνω τον χορό της ζωής επενδυμένο με ένα μουσικό κομμάτι γραμμένο για το ποτάμι της ζωής που ρέει απ' άκρη σε άκρη της υδρογείου· ρέει και στις φλέβες καθενός ανθρώπου. Πατήστε το play, δυναμώστε τον ήχο.

Έτσι, για να σας πω ένα γειά. Το blog μου έχει λείψει. Μου έχετε λείψει κι εσείς.

 

 

Where the Hell is Matt? (2008) from Matthew Harding on Vimeo

 

 

Αν αναρωτιέστε, να σας πω ότι ο Ματ είχε σκοπό να βάλει την Ακρόπολη στο βίντεο (εξ ου και η φωτογραφία του ποστ). Διαβάστε εδώ από το blog Nylon, για ποιο λόγο η Ελλάδα απουσιάζει από το προ διετίας, διάσημο πια, βίντεο. Ωραίοι ως Έλληνες.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: VIDEO   ΔΙΑΦΟΡΑ   ΤΑΞΙΔΙ  
 
Avatar
Μην προσπαθείς να ανακαλύψεις τον εαυτό σου. Φτιάξ' τον από την αρχή όπως ακριβώς επιθυμείς...
Γνώρισα τον Καρέλλεν στο μυθιστόρημα του Άρθουρ Κλαρκ "Childhood's End". Το παρόν blog είναι αφιερωμένο στον αγαπημένο μου ήρωα κατά το τέλος της παιδικής ηλικίας.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork