Στο όνειρο, γύρισα το κεφάλι να την κοιτάξω που είχε αποκοιμηθεί γλυκά στην θέση του συνοδηγού.
«Φτάσαμε σχεδόν...», της είπα χαμηλόφωνα.
Το φως του ήλιου απλωνόταν παντού. Η γνώριμη θάλασσα, όχι τόσο μακριά μας πια, μας καρτερούσε γαλήνια.
Κοιμόμουν βαθιά. Ανοίγω τα μάτια αργά, απρόθυμα. Το γνώριμο τοπίο προσφέρει μιαν αίσθηση αληθινής πληρότητας.
Κάθομαι στην μικρή ξύλινη βεράντα του εξοχικού, του σπιτιού μας που βρίσκεται λίγο έξω απ' το χωριό, πάνω στην θάλασσα. Οι σανίδες του πατώματος τρίζουν σε κάθε βήμα. Θυμάμαι τον παππού που τις κάρφωσε μία-μία όταν ήμουν τόσο δα παιδάκι. Παρατηρούσα προσεκτικά τα δυνατά χέρια του να κινούνται συντονισμένα, ενώ κάπου - κάπου εκείνος στρεφόταν σ' εμένα και μου χαμογελούσε. Θυμάμαι το χαμόγελό του με κάθε λεπτομέρεια: Τις ρυτίδες στο μέτωπό του που τότε βάθαιναν, τα μάτια που μίκραιναν πίσω απ' τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά. Μετά, τα μεσημέρια, καθόμουν κι αγνάντευα από εκεί την θάλασσα, ώσπου τα μάτια μου δεν άντεχαν τη αντηλιά, και καθισμένος στην καρέκλα έσκυβα μπροστά, δίπλωνα τα χέρια και ακουμπούσα το κεφάλι να κλείσω τα βλέφαρα. Η τελευταία εικόνα πριν με πάρει ο ύπνος ήταν πάντα η ίδια, πάντα υπέροχη: Η θάλασσα, μόλις λίγα μέτρα μακριά μου, απέραντη, εκθαμβωτική, ντυμένη με το ολόχρυσο πέπλο του αυγουστιάτικου μεσημεριάτικου ήλιου.
Στο όνειρο ήμουν ξαπλωμένος κι άκουσα τον εαυτό μου να ρωτά «Θάνο... Πού είναι η Σοφία; Είναι καλά;»
Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Κάτι πήγε να πει, αλλά δεν το είπε. Μου κρατούσε συνεχώς σφιχτά το χέρι.
Έχω πολύ καιρό να έρθω στο σπίτι αυτό, που τόσο αγαπώ από μικρό παιδί. Η αμμουδιά φτάνει σχεδόν στα μικρά σκαλάκια της βεράντας μας. Θυμάμαι που κάθε πρωί άκουγα το αυτοκίνητο του θείου να πλησιάζει από τον χωμάτινο δρόμο στην πίσω πλευρά του σπιτιού και αγωνιούσα τι παιχνίδια θα σκαρώναμε με τα ξαδέρφια μου στην παραλία. Όταν ανέβαινα πάνω στα μικρά κάγκελα που είχε τοποθετήσει ο παππούς ολόγυρα, μπορούσα να δω το παλιό Κορόλα του θείου να σταματά πίσω από το σπίτι, την λευκή λαμαρίνα του να αστράφτει στο φως του ήλιου. Οι πίσω πόρτες άνοιγαν τότε μεμιάς και ο Θάνος, ο ξάδερφος που αγαπούσα τόσο, πεταγόταν έξω να με συναντήσει, να τρέξουμε μαζί στην ακροθαλασσιά, να φτιάξουμε σχέδια στην υγρή άμμο και να βουτήξουμε στην δροσερή αγκαλιά της θάλασσας· να αισθανθούμε έτσι ξανά «όπως οι διαστημάνθρωποι» επιπλέοντας στα κρυστάλλινο νερά με χέρια, πόδια τεντωμένα και μάτια κλειστά πίσω από τις μάσκες μας. Έτσι αφηνόμασταν να παρασυρθούμε από τα ρεύματα, όπως οι αστροναύτες ταξίδευαν στο διάστημα απελευθερωμένοι από την βαρύτητα. Κάπου κάπου κάναμε και μακροβούτια να εξερευνήσουμε τον βυθό, μήπως βρούμε κάποιον αχινό να τον δείξουμε κατόπιν στην γιαγιά κι εκείνη να μας κοιτάξει με την ίδια πάντα έκπληξη στο βλέμμα.
Ονειρεύτηκα ότι έσκυψε πάνω απ' το κρεβάτι μου κι εγώ του ψιθύρισα στο αυτί «Βουτάω στην θάλασσα τώρα, Θάνο...». Δεν ένιωθα τα πόδια μου, αλλά τέντωσα όσο μπορούσα τα χέρια. Πάνω στο λευκό κρεβάτι δεν είχα μάσκα θαλάσσης, όπως τότε, μάσκα οξυγόνου φορούσα τώρα. «Να, κοίτα, όπως οι διαστημάνθρωποι...!»
Έκλεισα τα μάτια.
Ευτυχία αληθινή προσέφερε εκείνο το εξοχικό. Τώρα το βλέπω καθαρά, τα χρόνια που πέρασαν εν τω μεταξύ γοργά και ανελέητα, όξυναν την όραση της ψυχής. Ευτυχία φτιαγμένη μόνο από θάλασσα και άμμο, ευτυχία που περίμενε να ανοιχτώ στο πέλαγος της ενήλικης ζωής, για να επιστρέψω στην αγκαλιά της μετανιωμένος.
Είμαι εδώ ξανά, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στην βεράντα εκείνη που θυμάμαι σπιθαμή προς σπιθαμή, μπροστά στην παραλία των παιδικών μου χρόνων. Χρόνια μετά. Συλλογίζομαι πόσα μεσολάβησαν από τότε. Το αεράκι με χαϊδεύει, η θάλασσα μουρμουράει καλώντας με στην αγκαλιά της, η αμμουδιά λάμπει ως τα πεύκα πέρα μακριά, τίποτα δεν έχει σημασία από όσα έχουν ήδη παρέλθει. Δεν μπορούσα καν να θυμηθώ πότε έφτασα εδώ στο εξοχικό μας, πώς οι υποχρεώσεις μου παραμερίστηκαν ως δια μαγείας μπροστά στην αδήριτη ανάγκη να επιστρέψω στο μέρος της νοσταλγίας. Χαμογελώ. Στο βάθος κοιτάζω την Σοφία να περπατά ανέμελα κατά μήκος της ακροθαλασσιάς, κρατώντας στο χέρι ένα ζευγάρι σανδάλια. Τα μαλλιά της χορεύουν στο ρυθμό του ανέμου. Πού και πού σταματά και σκύβει, μαζεύει βότσαλα μάλλον, ξέρω πόσο της αρέσει αυτό. Συνειδητοποιώ ξανά ότι την αγαπώ με μια δύναμη, λες, πέρα από τα ανθρώπινα, με αίσθημα υπερβατικό, που δεν μπορεί να συγκρατηθεί πια εντός μου κι έτσι εκλύεται φέρνοντας δάκρυα στα μάτια.
Τα βράδια μόνο έρχονταν τα όνειρα να με μετφέρουν παρά τη θέλησή μου σε έναν παράλληλο κόσμο. Έβλεπα εδώ και καιρό (πόσο αλήθεια;) εικόνες αλλόκοτες. Στην αρχή μόνο ένα δωμάτιο που έμοιαζε γνωστό, αλλά δεν ήταν. Μετά έβλεπα μπροστά μου μιαν εικόνα φωτεινή και αδιόρατη, πάνω από λευκά σεντόνια... Μετά από καιρό κατάλαβα ότι ήταν η θάλασσα του εξοχικού, όπως την έβλεπα πάντα από ψηλά, όταν πηγαίναμε εκεί τα καλοκαίρια. Όπως κατεβαίναμε από το βουνό ταξιδεύοντας με το παλιό αμάξι που οδηγούσε πάντα ο πατέρας, αμέσως μετά την μεγάλη εκείνη στροφή λίγο πάνω από την παραλία όπου ήταν το σπίτι, έβγαζα το κεφάλι έξω απ' το παράθυρο του αυτοκινήτου και εκείνη με καλωσόριζε χρυσή και γαλάζια. Εκείνη την ημέρα είχα δει για πρώτη φορά και πρόσωπα οικεία, η μητέρα δίπλα μου, νομίζω διέκρινα κάποτε και την Σταυρούλα, την καλή φίλη της Σοφίας. Κι άλλοι, ο Θάνος λίγο πιο μακριά, σαν κάτι να μου έλεγε...
Η Σοφία είχε ήδη φτάσει στην βεράντα δίπλα μου. Με αγγίζει στο πρόσωπο, με φιλά και με ρωτά: «Τι έχεις; Πάλι το όνειρο ε;» Γνέφω καταφατικά και λέω «θα μου περάσει. Κανένα όνειρο δεν θα αφήσω να χαλάσει αυτό που ζω εδώ, τώρα... μαζί σου». Εκείνη μου πιάνει το χέρι κοιτάζοντάς με στα μάτια. «Τίποτα απ' όσα ζήσαμεόνειρο εδώ, τώρα... μαζί σου». Σκέφτομαι πόσο χαριτωμένα αντέστρεψε την δική μου φράση, πώς την έκανε όμορφη. Αποκοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι.
***
Ξυπνώ ταραγμένος, λουσμένος στον ιδρώτα. Εκείνη κοιμάται ακόμη δίπλα μου. Σηκώνομαι χωρίς να την ενοχλήσω. Αυτός ήταν ο χειρότερος εφιάλτης που έχω δει: Η θάλασσα ήταν πάλι, από ψηλά να αντανακλά το καλοκαιρινό φως, να το απλώνει παντού. Αυτή τη φορά το είδα όμως καθαρά. Ήταν ο δρόμος που κατεβαίναμε για να φτάσουμε στο εξοχικό. Ήμασταν οι δυο μας στο αυτοκίνητο και η άσφαλτος γυάλιζε. Η άσφαλτος... Τότε θυμήθηκα. Έκανα να μπω στο σπίτι και τότε πρόσεξα τρίξιμο των σανίδων ξανά. Πώς το είχα ξεχάσει; Αφού είχα πια μεγαλώσει, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του παππού, ο πατέρας αποφάσισε να στρώσει την βεράντα με καινούργια επένδυση. Οι μάστορες έφεραν πλατιά, λευκά κομμάτια ξύλου και τα τοποθέτησαν πάνω από τις παλιές σανίδες του παππού. Δεν έτριζε πια το πάτωμα, δεν θύμιζε το χαμόγελο του παππού καθώς το έφτιαχνε. Οι παλιές σανίδες...
Σηκώνω την κουρτίνα του παραθύρου. Ο χωματόδρομος στην πίσω πλευρά του σπιτιού απ' όπου ερχόμασταν, είναι όπως τον θυμόμουν: πλατύς και τραχύς. Ο δρόμος που ξέρω από καιρό τώρα ότι έχει πια ασφαλτοστρωθεί. Που ξέρω ότι δεν είναι πια χωμάτινος.
Βγαίνω αμέσως έξω και περπατώ πάνω στον δρόμο. Το σκληρό έδαφος (μα τι συμβαίνει;), τώρα με τρομάζει... Ακολουθώ σαν χαμένος την ανηφόρα. Φτάνω στην στροφή και ατενίζω ξανά την θάλασσα όπως την έβλεπα κάθε φορά που πηγαίναμε στο σπίτι... Χρυσή, γαλάζια, απέραντη. Θυμάμαι αίφνης ότι στο όνειρο η άσφαλτος ήταν εκεί, όταν γύρισα να δω την Σοφία που κοιμόταν σαν άγγελος δίπλα μου... Προχωρώ ανεβαίνοντας. Στην άκρη του δρόμου ένα λευκό εικονοστάσι. Πλησιάζω, κάποια λουλούδια είναι μέσα που δείχνουν να ασφυκτιούν, το καντήλι καίει πίσω από το μικρό τζάμι δίπλα σε ένα εικόνισμα. Δεν χρειαζόταν να σκύψω να δω καλύτερα.. Μια φωτογραφία στο βάθος είχε απαθανατίσει δυο ανθρώπους που χαμογελούσαν αγκαλιασμένοι.
Ήταν η Σοφία κι εγώ.
«...Φτάσαμε;» Άνοιξε τα μάτια της και στήριξε το ένα πόδι στην κονσόλα του αυτοκινήτου.
«Πρόσεξε!», μου φώναξε ξαφνικά έντρομη.
Πάνω στο οδόστρωμα πρόλαβα να δω το αυτοκίνητο που ορμούσε καταπάνω μας από το αντίθετο ρεύμα, μια σκιά παράταιρη μέσα στο διάχυτο φως.
Γυρίζω στην βεράντα. Νιώθω ότι τώρα μόλις ξυπνώ από ένα όνειρο. Εκείνη έχει ξυπνήσει. Έρχεται κοντά μου.
«Το είδες; Τελείωσε ο εφιάλτης τώρα».
Γέρνω το κεφάλι. Με χαϊδεύει στο πρόσωπο. Είμαι σαστισμένος αλλά ήρεμος.
«Τι...; Δεν καταλαβαίνω... Όνειρο είναι τώρα αυτό;»
«Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε. Νιώθουμε...» Μικρή σιωπή. Η θάλασσα ακούγεται μόνο και κάποια τζιτζίκια την εγκωμιάζουν με τον δικό τους θορυβώδη τρόπο. «Στην έξοδο, κάθε άνθρωπος ζει μέσα στις ευτυχισμένες στιγμές της ζωής του».
«Έξοδο; Ώστε τελείωσε;... Εσύ... πώς κι είσαι εδώ;»
«Δεν τελείωσε, τώρα αρχίζει. Είμαι εδώ, για να σε βοηθήσω καθώς αποκαλύπτεται η αλήθεια.»
«Δεν είναι αλήθεια όλα αυτά; Είναι ένα ψέμα;»
«Όσο αλήθεια ήταν όλα. Όσο ψέμα ήταν όλα».
«Μα... θέλω να ζήσουμε έτσι μαζί, να ζήσουμε στην πραγματικότητα».
«Πώς ξέρεις ότι δεν ζούμε τώρα μόλις πραγματικά; Ότι δεν ξυπνήσαμε μόλις από το όνειρο;»
«...Δεν το ξέρω»
«Ούτε κι εγώ. Ξέρω μόνο ότι είμαστε εδώ, τώρα. Αυτό μετράει».
Στρέφω το βλέμμα.
«Είναι όλα τόσο όμορφα εδώ, που δεν θα μπορούσα να ξαναγυρίσω πίσω»
Εκείνη, σαν να ήξερε ότι θα έλεγα κάτι τέτοιο, συγκατανεύει με ένα σχεδόν αδιόρατο χαμόγελο.
Ο ήλιος του μεσημεριού απλώνει το φως, ακριβώς όπως η αγάπη· με καίει, ακριβώς όπως ο πόνος που με συντρόφευσε έως το αγαπημένο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Πιανόμαστε χέρι-χέρι και προχωρούμε προς την αιώνια, απέραντη θάλασσα. Το απαλό κύμα φτάνει ως τα πόδια μας βελούδινο κι εξαγνιστικό.
Η στρατιωτική θητεία, που με έχει κρατήσει δυστυχώς μακριά από το blogging, με έχει προικίσει με αυτό το μεταλλικό ταμπελάκι, που τόσο κυνικά λέγεται Τ.Α.Π.: Ταυτότητα Αναγνώρισης Πτώματος - απότοκο των μακρινών καιρών που στρατός και συμμετοχή στον πόλεμο δεν ηταν έννοιες τελείως ασύμβατες. Το φοράω τώρα λόγω συνήθειας και το ακούω, καθώς κινούμαι, να παίζει με την αλυσίδα στον λαιμό μου, σαν να θέλει να μου θυμίσει ότι, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς, δεν πρόκειται να αποφύγει την στιγμή που θα βρεθεί πάνω σε ένα λευκό κρεβάτι και θα είναι δυνατό να αναγνωριστεί μόνο μέσω κάποιας ταυτότητας. Θέλω να του θυμίσω ότι δεν χρειάζεται να προσπαθεί να την αποφύγει κανείς. Έχω μεγάλη περιέργεια τι θα δω όταν ξυπνήσω απ' το όνειρο. Ως τότε όμως, λέω να χαρώ το δώρο της ζωής, προσπαθώντας να βγάλω το περιτύλιγμά του και να παίξω μαζί του με ενθουσιασμό, όπως έκανα μικρός με όλα τα παιχνίδια μου.
Σας χαιρετώ, είμαι εδώ. Φιλιά.
Στην Α.: Schönes Leben noch!